Κυριακή 4 Απριλίου 2021

ΝΕΦΕΛΕΣ του Αριστοφάνη (απόδοση: Γ. Σουρής και Α. Μπιτσώρης)


Απόσπασμα από την πρώτη πράξη της κωμωδίας του Αριστοφάνη ¨ΝΕΦΕΛΕΣ¨ από το βιβλίο μου ¨Ο Αριστοφάνης με …. άλλα λόγια¨ που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΙΟ όπου με τον δικό μου τρόπο αποδίδω έμμετρα τις κωμωδίες του αρχαίου σατιρικού ποιητή, Νεφέλες, Λυσιστράτη και Πλούτος.

Βέβαια τις Νεφέλες, το 1900, τις είχε αποδώσει έμμετρα ο μεγάλος εθνικός σατιρικός μας ποιητής Γιώργος Σουρής, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί ως ο «Νέος Αριστοφάνης», προτάθηκε μάλιστα το 1906 για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Αριστοφάνης

Παρακάτω παραθέτω και τη δική του απόδοση στους ίδιους στίχους.

Ελπίζω, σ’ αυτή τη σύγκριση, να πέσω ¨στα μαλακά¨ γιατί έχουν περάσει πάνω από 100 χρόνια από τη μετάφραση των Νεφελών από τον Γ. Σουρή, και οι ειδικοί λένε ότι κάποτε οι μεταφράσεις παλιώνουν.

Στην πορεία των χρόνων κάποιες λέξεις παύουν να χρησιμοποιούνται, κάποιες εκφράσεις υποχωρούν, κάποιοι ιδιωματισμοί δε συγκινούν τις νεότερες γενιές. Γενικά η γλώσσα εξελίσσεται, κι εγώ προσπάθησα να γράψω στη σημερινή ¨διάλεκτο¨. Επίσης ριμάρισα αυστηρά στον δεκαπεντασύλλαβο, ενώ ο Σουρής ¨έπαιξε¨ με διάφορα στιχουργικά μέτρα.

ΠΡΑΞΗ  ΠΡΩΤΗ

 (στα δύο άκρα της σκηνής δύο σπίτια, του Στρεψιάδη, όπου βρίσκονται δύο κρεβάτια και του Σωκράτη με την πόρτα κλειστή)

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Γιατί η νύχτα, το βαθύ, το δίχτυ έχει απλώσει

Δία Μεγαλοδύναμε, πότε θα ξημερώσει;

Οι αλέκτορες ώρα πολύ έχουν που κοκορίζουν

κι οι δούλοι στην κοσμάρα τους, κλάνουν και ροχαλίζουν.

Πρώτα ξυπνούσαν την αυγή, τώρα το μεσημέρι

ανάθεμα τον πόλεμο, βλέπεις πώς τα ’χει φέρει;

Ούτε τους δούλους δεν μπορεί κανένας να μαλώσει

κι ο γιος μου τις αρίδες του στο στρώμα έχει απλώσει

σωστό ρεμάλι έγινε∙ φαΐ, σκατό και νάνι

πέντε κουβέρτες έριξε, σκεπάστηκε και κλάνει.

Μα εμένα απ’ τις έγνοιες μου η αγρύπνια θα με φάει

χρεώθηκα ως το λαιμό για τον χαραμοφάη.

Κι εκείνος άφησε μαλλί και έχει το χαβά του

την άμαξα, το στάβλο του και τα ψωράλογά του.

Κι εγώ ιδρώνω βλέποντας τους μήνες να περνάνε

κι οι τόκοι βγάλανε φτερά και στα ψηλά πατάνε.

(φωνάζει το δούλο του, τον Ξανθία)

Φερ’ το τεφτέρι, τέκνο μου, άναψ’ και το λυχνάρι

να δω πως παν τα χρέη μου, ο διάολος να με πάρει.

(ο Ξανθίας φέρνει το τεφτέρι και ανάβει το λιχνάρι)

Τι; Δώδεκα χιλιάρικα χρωστάω στον Πασία;

Α, ναι, για το άτι που ’φερα από την Κορινθία.

Καλύτερα να έβγαζα το μάτι με μια βέργα.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ(στον ύπνο του, βλέπει όνειρο)

Φίλωνα, κάνεις ζαβολιές απ’ τη γραμμή μου έβγα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Ορίστε και στον ύπνο του βλέπει ιπποδρομίες

για τις καβάλες του, εγώ, πληρώνω τις ζημίες.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ(στο όνειρό του)

Πόσες στροφές θα φέρουνε τ’ αμάξια του πολέμου;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Πιότερο όμως τρέχω εγώ απ’ τις φοράδες, γιε μου.

Να δω ποιο χρέος έχουμε εκτός απ’ του Πασία;

Για κάθισμα και δυο τροχούς χρωστάω, στον Αμυνία.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ(συνεχίζει)

Καθάρισε  το άλογο και τράβα το στο στάβλο

το καθαρόαιμο έγινε από τη σκόνη μαύρο.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Το βιος μου το ξεσκόνισες, έχασα τόσες δίκες

για τόκους δίνω ενέχυρα και βάζω υποθήκες.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ(ξυπνάει)

Πατέρα τι στριφογυρνάς; Δεν έχει ξημερώσει.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Τα χρέη που μου έβαλες με έχουνε δαγκώσει.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Ρε άσε με να κοιμηθώ.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

                             Κοιμήσου, όμως, σ’ εσένα

τα χρέη στο κεφάλι σου θα πέσουν μαζεμένα.

Ανάθεμα το προξενιό που μου ’κανε η  ρουφιάνα

που μ’ έπεισε να παντρευτώ με τη δική σου μάνα

Εγώ καλά ήμουν στο χωριό, ανέμελα περνούσα

αξύριστος, αχτένιστος τις γίδες μου βοσκούσα.

Πήγα και στεφανώθηκα μια κακομαθημένη

ψωροπερήφανη αστή, στολίδια φορτωμένη.

Την ανιψιά του Μεγακλή απ’ το γνωστό το σόι

που όταν κοντά της ξάπλωνα το δίμετρό μου μπόι

ρετσίνα μύριζα, τυρί, βουνιές και προβατίλα

εκείνη μύρο κι άρωμα από λεβάντας φύλλα.

Ξεκούραστη, είχε στο κεχρί το νου της και το σώμα

κι ήθελε ράβε-ξήλωνε σε Αφροδίτης στρώμα.

Κι εγώ όταν την έβλεπα να έχει θέρμη τόση

της έλεγα: ¨το …ρούχο μου το ¨χεις παραξηλώσει¨.

(σβήνει, μόνο του, το λυχνάρι)

ΥΠΗΡΕΤΗΣ

Το λάδι εσώθη κι έσβησε, αφέντη, το καντήλι.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Σπάταλε, λύχνο άναψες με το τρανό φυτίλι;

Μου φαίνεται πως θα τις φας, πάλι, παλιοκοπρίτη

σπάταλοι όλοι γίνατε μέσα σ’ αυτό το σπίτι.

(ο υπηρέτης φεύγει, τρέχοντας, με το λυχνάρι)

Γεννιέται ο γιος και έβγαλε εκείνη κι άλλο βίτσιο

ήθελε να ’χει το παιδί όνομα αλογίσιο.

Και όπως είναι φυσικό έγινε φασαρία

αφού το ¨ίππος¨ ήθελε, ν’ ακούγεται, η κυρία.

Ας πούμε σαν το Ξάνθιππος, Χάριππος, Καλλιπίδης

εγώ ήθελα του πάππου μου, λεγόταν Φειδωνίδης.

Έγινε ο συμβιβασμός μετά από βρισίδι

και έτσι, λοιπόν, το τέκνο μας τον λέμε Φειδιππίδη.

Εκείνη τον κανάκευε με τα γλυκόλογά της

¨σαν μεγαλώσεις γιόκα μου θα γίνεις αναβάτης

σαν τον παππού τον Μεγακλή, φορώντας την πορφύρα

με άρμα θα κυκλοφορείς¨∙ κάποια στιγμή ¨τα πήρα¨

και του ’λεγα ¨αγόρι μου τσέλιγκα θα σε κάνω

να ροβολάς περήφανος στα κορφοβούνια επάνω¨.

Μα δυστυχώς δε μ’ άκουσε, άκουσε την κυρά μου

έμπλεξε με τ’ αλόγατα κι έχασα τον παρά μου.

Μα απόψε που ξαγρύπνησα μου ’ρθε στο νου μου κάτι

να τονε σπρώξω έντεχνα σ’ έξυπνο μονοπάτι

κι αν τον πείσω τελικά κι εκείνος να το θέλει

ελπίζω να απαλλαγώ από τα χρέη εντέλει.

Ας τον ξυπνήσω όμως γλυκά, ¨ξύπνα Φειδιππιδάκι!¨.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Τι θες μπαμπά και με ξυπνάς;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

                                                 Δωσ’ μου ένα φιλάκι.

Δωσ’ και το χέρι, μ’ αγαπάς γλυκό μου παλικάρι;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Μα το θεό της θάλασσας, το μέγα αλογατάρη.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Όρκο μην κάνεις σε θεό, γιε μου, αλογοσύρτη

του Ποσειδώνα τ’ άλογα μού κλείνουνε το σπίτι.

Αν πράγματι, όμως, μ’ αγαπάς ό,τι σου πω να κάνεις.

 ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Λέγε∙ σαν να μου φαίνεται ότι με καλοπιάνεις.

 ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Τις άσχημες συνήθειες γρήγορα να ξεχάσεις

χρήσιμα πράγματα εσύ θα πρέπει να σπουδάσεις.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Πες μου χωρίς περιστροφές.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

                                                Βλέπεις ένα πορτάκι

που ’ναι ακριβώς απέναντι σ’ ένα μικρό σπιτάκι;

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Το βλέπω αλλά τι είναι εκεί;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

                                            Είναι η σχολή του γένους

που ’χει σπουδαίους δάσκαλους και φιλοσοφημένους

που λεν πως είναι ο ουρανός σαν κυκλικό καμίνι

και μέσα εμείς σαν κάρβουνα, σα θρούμπες σε λαγήνι.

Την τέχνη σε μαθαίνουνε, αν βέβαια τους πληρώσεις,

είτε έχεις δίκιο ή άδικο πώς να επιβιώσεις.

Το λόγο σου καλλιεργούν μαύρο να βγάζεις τ’ άσπρο.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

Και ποιοι διδάσκουνε σ’ αυτό της μόρφωσης το κάστρο;

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Δεν ξέρω τα ονόματα, αλλά μου είπαν άλλοι

είναι σπουδαίοι δάσκαλοι.

ΦΕΙΔΙΠΠΙΔΗΣ

                                       Καριόληδες μεγάλοι

άπλυτοι και ξυπόλυτοι, τους ξέρω από σπόντα

κάποιο Σωκράτη άπιστο και έναν Χαιρεφώντα.

ΣΤΡΕΨΙΑΔΗΣ

Σκάσε και τρέχα να γραφτείς για να με προστατέψεις

και κοίτα απ’ τα παλιάλογα να ξεκαβαλικέψεις.

................................................

ΕΔΩ  Η  ΑΠΟΔΟΣΗ  ΤΟΥ  Γ. ΣΟΥΡΗ

Στρεψιάδης

Πω! Πω! τι νύκτ’ ατέλειωτη, Ζευ των θεών πατέρα,

μη δεν θα φέξ’ ημέρα;

Τον πετεινό τον άκουσα εδώ και τόσην ώρα,

κι οι δούλοι το ’στρωσαν βαριά και ρουχαλίζουν τώρα,

ενώ δεν ήξευραν προτού

την γλύκα του ροχαλητού.

Ανάθεμά σε, πόλεμε, για χίλια δυο κακά,

που δεν μπορώ να τιμωρώ μηδέ τα δουλικά,

και τούτο το καλό παιδί κοιμάται νάνι νάνι

κι εις πέντε μαλακές προβιές κουβαριασμένο κλάνει.

Λοιπόν ας ρουχαλίζομε κατακουκουλωμένοι,

μα δεν μπορώ να κοιμηθώ κι ύπνος δεν κατεβαίνει.

Τ’ άλογα με δαγκάνουνε, των στάβλων η δαπάνη,

και τ’ άλλα χρέη τα πολλά, που ’χω για τούτον κάνει,

κι αυτός με μακριά μαλλιά

έχει μονάχη του δουλειά

τις άμαξες και τ’ άλογα και τις ιπποδρομίες,

κι εγώ παθαίνω, χάνομαι για τούτες τις ζημίες,

κοιτάζοντας τις είκοσι πως τρέχει το φεγγάρι

κι οι τόκοι παραπλήθυναν κι έχουνε δρόμο πάρει.

Παιδί, τον λύχνον άναψε και φέρε το τεφτέρι

και δος μου το στο χέρι,

να ’δώ σε ποιους και τι χρωστώ κι οι τόκοι πώς πηγαίνουν

κι ως τώρα πόσοι βγαίνουν.

Μνας στον Πασία δώδεκα… μα πώς; για ποιαν αιτία;

τότε που ’πήρα τ’ άλογο… ναι, ναι, τον Κοππατία.

Τι συμφορά! δεν μου ’χυναν καλύτερα το μάτι.

Φειδιππίδης (ονειρευόμενος)

 Πήγαινε, Φίλων, μ’ αδικείς, τον δρόμο σου περπάτει.

 Στρεψιάδης

Νά το κακό που μ’ έφαγε, κι ακόμη σαν κοιμάται

τους δίφρους ονειρεύεται και τ’ άλογα θυμάται.

 Φειδιππίδης (ονειρευόμενος)

 Τι δρόμους τα πολεμικά θα τρέξουν;

Στρεψιάδης

 Για χατίρι σου

τρέχει πολλούς ο κύρης σου.

Ας δούμε κι άλλα χρέη μας ύστερ’ απ’ τον Πασία…

για καροτσάκι και τροχούς τρεις μνας στον Αμυνία.

Φειδιππίδης (ονειρευόμενος)

 Ξετίναξέ μου τ’ άλογα κι απέξω φέρε μού τα.

Στρεψιάδης

 Συ, γυιέ μου, τον πατέρα σου ξετίναξες με τούτα

τότε που για χατίρι σου μπερδεύτηκα με δίκες,

κι ενέχυρα μου γύρευαν να δώσω κι υποθήκες.

Φειδιππίδης (εξυπνών)

 Τι στρέφεσαι κι αγκομαχάς και νύστα δεν σε πιάνει.

 Στρεψιάδης

 Δημοτικός εισπράκτορας στο στρώμα με δαγκάνει.

 Φειδιππίδης

 Μην κάνεις έτσι κι άφησε να κοιμηθώ…

Στρεψιάδης

 Κοιμήσου,

μα θα ξεσπάσουν όλ’ αυτά κατά της κεφαλής σου.

Η προξενήτρ’ ανάθεμα, κακό ψυχρό της φλάρο,

που μου’ κανε τις προξενιές τη μάννα σου να πάρω.

Εζούσα πρώτα ξένοιαστα κι απλά χωρίς στολίδια

γεμάτος από μέλισσες και τσίπουρα και γίδια,

μα πήγα κι επαντρεύτηκα χωριατομαθημένος

ανεψιά του Μεγακλή, των Μεγακλήδων γένος,

μέσ’ από την πρωτεύουσα τρανή και κορδωμένη,

που σαν Κοισύρα φούσκωνε στολίδια φορτωμένη.

Και σαν γλυκοκοιμότανε την νύκτα στο κρεβάτι

μ’ εμένα τον χωριάτη,

εγώ τρυγιές εμύριζα, σύκα, μαλλί, τραγίλα,

και τόση βαρβατίλα,

κι εκείνη πάλι μύριζε κρόκους και μύρα τόσα,

παιχνίδια και φιλήματα, που κάνουν με την γλώσσα,

και γυναικίλα κι έρωτα και γκάστρωμα και γέννα

κι έξοδα πεταμένα,

κι ούτε καθόταν άεργη, μα δώσ’ του και καμώματα,

ραψίματα, ξηλώματα,

κι αυτό το ρούχο δείχνοντας για πρόφασι «κυρά,

πολύ το παραξήλωσες» της έλεγα ξερά.

Υπηρέτης

 Το λάδι μας εσώθηκε και το λυχνάρι σβήνει.

 Στρεψιάδης

Πάλι τον λύχνο μ’ άναψες, που τόσο λάδι πίνει.

Έλα κοντά μου γρήγορα να πάρεις δυο σφοντύλια.

Υπηρέτης

 Γιατί;

 Στρεψιάδης

 Και πάλι τα παχιά μού κάθισες φυτίλια.

Ύστερα σαν γεννήσαμε τον γιο τον κανακάρη

εμάλωνα για τ’ όνομα μαζί με το ζευγάρι.

Αυτή βαστούσε σαν τρανή τη μύτη της ψηλά

κι ίππον ζητούσε στ’ όνομα να βάλει και καλά,

ωσάν να λέμε Ξάνθιππο, Χάριππο, Καλιππίδη,

κι εγώ σαν του παππούλη μου το’ θελα Φειδωνίδη.

Μετά πολλά μαλώματα μια συμφωνία κάναμε

και Φειδιππίδη το παιδί κοντολογίς το βγάναμε.

Κι αυτή συχνά τον έπαιρνε τον γιο της με καμάρι

και του’ λεγε χαϊδευτικά: «σαν γίνεις παλικάρι

και τρέχεις μέσ’ στις άμαξες με κόκκινη πορφύρα

ωσάν τον θειο σου Μεγακλή…» κι εγώ τον λόγο πήρα:

«από τη στάνη στη βοσκή σαν βγάζεις τα κατσίκια,

ντυμένος σαν τον κύρη σου προβιά χωρίς μανίκια»…

όμως αυτός δεν μ’ άκουγε, και τότε – συμφορά μου!

κακές αρρώστιες ιππικές ρημάξαν τον παρά μου.

Μα τώρα, που στριφογυρνώ και ξαγρυπνώ με κόπο,

ευρήκα τέχνη θαυμαστή και κάποιο νέο τρόπο,

κι αν καταφέρω το παιδί τα χρέη θα γλιστρήσω…

μα πρώτα πρέπει σιγαλά να τον γλυκοξυπνήσω.

Γυιε μου, Φειδιππιδάκη μου…

Φειδιππίδης

 Τι θέλεις; άφησέ με…

Στρεψιάδης

 Δώσ’ μου το χέρι το δεξί και γλυκοφίλησέ με.

 Φειδιππίδης

 Νάτο.

Στρεψιάδης

 Για πες μου μ’ αγαπάς;

 Φειδιππίδης

 Και με το παραπάνω,

κι όρκο γι’ αυτό στον ιππικό τον Ποσειδώνα πιάνω.

Στρεψιάδης

 Μη, μη σ’ αυτόν τον ιππικό, στους άλλους όρκο κάνε,

εκείνος μ’ εχαντάκωσε, που ξορκισμένος να ’ναι,

Αλλ’ αν αλήθεια μ’ αγαπάς, στου κύρη σου τα λόγια

υπάκουσε σαν φρόνιμος και δέσ’ τα κομπολόγια.

Φειδιππίδης

 Σε τι ν’ ακούσω;

Στρεψιάδης

 Τους κακούς τους τρόπους να ξεχάσεις

κι όσα σου πω, παιδάκι μου, να πας να τα σπουδάσεις.

Φειδιππίδης

 Λέγε…

Στρεψιάδης

 Θ’ ακούσεις ό,τι πώ;

 Φειδιππίδης

 Σ’ ορκίζομαι, πατέρα.

Στρεψιάδης

 Βλέπεις την θύρα την μικρή και το σπιτάκι πέρα;

Φειδιππίδης

 Το ’δα, μα πες μου τ’ είν’ εκεί;

Στρεψιάδης

 Σοφών σχολή μεγάλη,

κι εις τούτο μέσα κάθονται φιλόσοφοι δασκάλοι,

που λένε για τον ουρανό πως είναι σαν καμίνι

κι εμείς τριγύρω κάρβουνα, κι όποιος λεπτά τούς δίνει

με λόγια δίκια κι άδικα νικά και καταφέρνει

τους άλλους ν’ αποπαίρνει.

 Φειδιππίδης

 Και ποιοι ’ναι τούτοι;

 Στρεψιάδης

 Πώς τους λεν δεν ξέρω και καλά,

λαμπροί δασκάλοι κι αγαθοί με γράμματα πολλά.

Φειδιππίδης

 Α! α! ’κατάλαβα ποιους λες… τους κακομοιριασμένους,

τους παλιοψεύτες, τους χλωμούς, τους ξεπαπουτσωμένους,

τον Χαιρεφώντα τον φτωχό κι εκείνον τον Σωκράτη.

Στρεψιάδης

 Μη λόγια λες μωρού παιδιού, φρονίμεψε κομμάτι,

κι αν του σπιτιού σου το καλό πρώτη σου σκέψις είναι

φασκέλωσε την ιππική και μαθητής των γίνε.

Αρης Μπιτσώρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Read more: Go to TOP and Bottom