Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Η ΛΙΑΣΤΡΑ

Έτσι τυχαία έπεσε το μάτι μου πάνω στα ψηλαλώνια. Τούτα τ’ αλώνια δεν τα προλάβαμε ποτέ εμείς. Είχανε βγει οι θεριζοαλωνιστικές οι μηχανές στα χρόνια μας, κι έτσι δεν προλάβαμε τ’ αλώνια που κατά όπως λέγανε οι παλιότεροι, ήταν φτιαγμένα από πλάκες βγαλμένες από το κόρφο του «Παλιαλία» απέναντι. Του «Διγενή τα μαρμαρένια αλώνια», άλλα ήτανε για μας. «Οι λιάστρες» του καπνού ήταν τ’ αλώνια για τα χρόνια τα δικά μας.
Κάθε σπίτι είχε τη Λιάστρα του, όπως είχε τον κήπο, το χωράφι, τ’ αλέτρι, το ζώο του, την ιστορία του. Και η σιδερένια «λιάστρα» ήτανε η μεγάλη επένδυση της οικογένειας.
Κι αυτή η επένδυση έπαιρνε τις πραγματικές της διαστάσεις, και την ιδιαίτερη βαρύτητά της, τέτοια εποχή, το μήνα Αύγουστο. Τότε δικαιώνονταν οι κόποι κι ο ιδρώτας του καπνοπαραγωγού, και γίνονταν «χρυσάφι» το καπνόφυλλο, και καρβέλι ψωμί για τα παιδιά του.
«Αύριο θα κόψουμε «βαντάκια» έλεγε η «βάβω» κι ήταν σα να ’λέγε θα στολίσουμε τη νύφη. Κι όντως ήταν ο γάμος της χρονιάς το πρωινό «βαντάκιασμα». Με το πρώτο λάλημα όταν γλυκοχάραζε, άρχιζε τούτη η διαδικασία. Οχτώ – οχτώ μάζευε τις αρμάθες η γιαγιά, τις έκοβε από τις συρματένιες «γκλίτσες» μονολογώντας: «Ποπό! Φλουρί είναι το βλογημένο! Καλότυχο και καλοπούλητο να είναι». 
Βαντάκια είχαν γίνει τώρα οι λαχτάρες της χρονιάς, και αστραποβολούσαν κάτω από το πυρωμένο ήλιο. Εκεί στην άκρη της λιάστρας, έστηνε ο κάθε μεροκαματιάρης καπνοδουλευτής τον ιδρώτα του και τα οράματά του.
«Μην αφήσετε ποτέ να ερημώσει η λιάστρα, μην την αφήσετε ποτέ να χορταριάσει». Έλεγε η βάβω. Που να ‘ξερε τι θα γενεί σ’ αυτόν τον έρμο τόπο. Ρήμαξε η λιάστρα. Την καβαλίκεψαν τα βάτα. Ήρθανε μαύρες εποχές. Μαύρα κοράκια ανοίγουν τις φτερούγες πάνω απ’ το σκουριασμένο σκελετό της. Πάει κι η «Λιάστρα», το μακρόστενο τραπέζι του φτωχού. Χάθηκε κι αυτό μαζί μ' όλες τις πίκρες και τις χαρές αυτού του τόπου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Read more: Go to TOP and Bottom