Παρασκευή 4 Ιουνίου 2021

Αναδίπλωση για το φάλτσο της νομικής συμβούλου του Κράτους


Σάλος από τις αποκαλύψεις της «Eφ.Συν.» για τις απειλές προς τους υπαλλήλους του υπ. Μετανάστευσης με πειθαρχικές και ποινικές διώξεις αν παραστούν μάρτυρες σε δίκη κατά του Ελληνικού Δημοσίου ● Με συμπληρωματικό της έγγραφο η Ελ. Πασαμιχάλη αναιρεί εμφανώς την αρχική της γνωμάτευση, χωρίς ωστόσο να τολμά να προχωρήσει στην ανάκλησή της ● Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους «αδειάζει» εύσχημα τη σύμβουλό του ● Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου επιτέθηκε στην «Εφ.Συν.» χωρίς να απαντήσει αν αποδέχεται την απαράδεκτη, αντισυνταγματική εγκύκλιο της νομικής παραστάτιδάς του ● Ερώτηση στη Βουλή από 48 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ

του Δημήτρη Αγγελίδη 

Σε αναδίπλωση οδηγήθηκε η νομική σύμβουλος του Κράτους στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου, Ελένη Πασαμιχάλη, ύστερα από τον σάλο που προκάλεσε το χτεσινό πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της «Εφ.Συν.» για το πρωτοφανές στα δημοκρατικά χρονικά αυθαίρετο έγγραφό της, που απειλούσε τους υπαλλήλους του υπουργείου με πειθαρχικές και ποινικές διώξεις σε περίπτωση που παραστούν μάρτυρες σε δίκη κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Με καθυστέρηση τριών ημερών μετά την κοινοποίηση του απαράδεκτου εγγράφου την Τρίτη 1η Ιουνίου και ενώ ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Νότης Μηταράκης είχε λίγο νωρίτερα προαναγγείλει, αν όχι υποδείξει, τον δρόμο της αναδίπλωσης, την ώρα βέβαια που ένιπτε τας χείρας του και διαβεβαίωνε για τη μη εμπλοκή της πολιτικής ηγεσίας στη λειτουργία του γραφείου της νομικής συμβούλου, η κ. Πασαμιχάλη εξέδωσε συμπληρωματικό έγγραφο στο οποίο επιχειρεί εκ των υστέρων να αιτιολογήσει νομικά και πραγματολογικά την αρχική γνωμάτευσή της.

Αλλά οι εξηγήσεις της κ. Πασαμιχάλη συνιστούν αναδίπλωση σε μια προσπάθεια να διασκεδάσει τις εντυπώσεις για καταστρατήγηση της ελευθερίας του πολίτη και του δημοσίου υπαλλήλου και παρεμπόδιση του έργου της Δικαιοσύνης. 

Η νομική σύμβουλος του Κράτους παραθέτει τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα περί εχεμύθειας και αναφέρεται σε κατ’ εξαίρεση διάταξη του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 

Αλλά αυτές οι διατάξεις είναι γνωστές και δεν δικαιολογούν την αρχική γενική απαγόρευση της κ. Πασαμιχάλη, η οποία σημείωνε ρητά: «Η ένορκη κατάθεση υπέρ των αντιδίκων και εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, σε δίκες με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και ποινικό αδίκημα, καθώς και ότι η ένορκη κατάθεση υπαλλήλων των Υπηρεσιών του Υπουργείου είναι δυνατή μόνο προς επίρρωση των ισχυρισμών του Ελληνικού Δημοσίου [...]».

Με το συμπληρωματικό της έγγραφο η κ. Πασαμιχάλη αναιρεί εμφανώς την αρχική της γνωμάτευση, χωρίς ωστόσο να τολμά να προχωρήσει στην ανάκλησή της.

Ως προς την πραγματολογική αφορμή που προκάλεσε την απαράδεκτη γνωμάτευση, η κ. Πασαμιχάλη επικαλείται δύο δικαστικές υποθέσεις εργατικών διαφορών στα τέλη Μαΐου σχετικά με ασφαλιστικά μέτρα ή αγωγές συμβασιούχων του υπουργείου, στις οποίες είχαν κληθεί να καταθέσουν ενόρκως υπάλληλοι του υπουργείου.

Πρόκειται για υποθέσεις στις οποίες δεν έχουν καμία εφαρμογή οι διατάξεις για εχεμύθεια, όπως επισημαίνουν συνδικαλιστές και νομικοί, γεγονός που δημιουργεί εύλογες υποψίες για την πρόθεση να χρησιμοποιηθεί η επίμαχη διάταξη σε άλλες ανοιχτές υποθέσεις του υπουργείου με τη Δικαιοσύνη, καθώς μάλιστα βρίσκεται σε εξέλιξη προκαταρκτική εξέταση με εντολή εισαγγελέα για έργα εκατομμυρίων ευρώ του υπουργείου,

Πάντως το ίδιο το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους φρόντισε να αδειάσει εύσχημα τη νομική του σύμβουλο, όχι ανακαλώντας την στην τάξη, αλλά με τη μάλλον ασυνήθιστη μέθοδο του Δελτίου Τύπου. 

Το Συμβούλιο επισημαίνει την πάγια επιστημονική του θέση «ότι δεν απαγορεύεται η εξέταση των υπαλλήλων του Δημοσίου ως μαρτύρων ενώπιον των δικαστηρίων ή των δικαστικών αρχών» και σημειώνει ότι «για την εξέταση αυτή θα πρέπει να τηρείται το καθήκον εχεμύθειας του υπαλλήλου». 

Καταλήγει ότι οι λειτουργοί του Συμβουλίου «σε καμία περίπτωση δεν θέτουν -ούτε θα μπορούσαν άλλωστε να θέσουν- πρόσθετους περιορισμούς στους υπαλλήλους που αφορούν στο επιτρεπτό ή στο περιεχόμενο της μαρτυρίας τους».

Η ανακοίνωση του Συμβουλίου αφήνει έκθετο τον υπουργό Νότη Μηταράκη, ο οποίος έσπευσε να μιλήσει για «ελαφρότητα των στελεχών της αξιωματικής και ελάσσονος αντιπολίτευσης, στελεχών με κυβερνητική εμπειρία, να σχολιάζουν υποθέσεις χωρίς να έχουν διερευνήσει τις ισχύουσες διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα ([...] σχετικά με το καθήκον εχεμύθειας των δημοσίων υπαλλήλων». 

Ο κ. Μηταράκης επέλεξε να επιτεθεί στην «Εφ.Συν.» χαρακτηρίζοντας συκοφαντικό τον τίτλο του χτεσινού πρωτοσέλιδου ««Φράχτης» Μηταράκη στη Δικαιοσύνη», χωρίς ωστόσο να απαντά στα ερωτήματα αν υιοθετεί τη γνωμάτευση της κ. Πασαμιχάλη και αν το επίμαχο έγγραφο προέκυψε μετά από αίτημα του γραφείου του, ενισχύοντας το συμπέρασμα ότι συντάσσεται πλήρως τόσο με το αρχικό έγγραφο της νομικής συμβούλου του όσο και με την αναδίπλωσή της.

Με πρωτοβουλία του τομεάρχη Μετανάστευσης Γιώργου Ψυχογιού και του πρώην υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής Δημήτρη Βίτσα, 48 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. ζητούν με ερώτησή τους στους υπουργούς Μετανάστευσης, Δικαιοσύνης και Οικονομικών (στο οποίο υπάγεται το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους) να καταθέσουν όλη τη σχετική με το έγγραφο υπηρεσιακή αλληλογραφία

Κάνουν λόγο για «πρωτοφανή, ανήκουστη και εκτός νομιμότητας παρέμβαση εκ μέρους του Γραφείου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους στο Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου που εισάγει καινά ήθη στη δικονομία, στη δημοσιοϋπαλληλική δεοντολογία και εν τέλει στην ίδια τη νομική επιστήμη, με αποκλειστικό στόχο την άσκηση πίεσης και τον εκφοβισμό των υπαλλήλων».

Να αποδοκιμάσει την εγκύκλιο κάλεσε την κυβέρνηση ο τομεάρχης Εσωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Κώστας Ζαχαριάδης «αν επιθυμεί να θυμίζει έστω και στο ελάχιστο σύγχρονη ευρωπαϊκή κυβέρνηση και όχι την ΕΡΕ της δεκαετίας του ΄60». Για θεσμικό κατήφορο, εκτροπή και περιφρόνηση στο κράτος δικαίου και τη δημοκρατία κάνει λόγο ο ευρωβουλευτής του κόμματος Κώστας Αρβανίτης.

Αιχμές για τις παράνομες επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο με συμμετοχή της Frontex άφησε ο εκπρόσωπος του ΜέΡΑ25 Μιχάλης Κριθαρίδης, που κάλεσε τους υπαλλήλους του υπουργείου να αγνοήσουν την εγκύκλιο.

Για «αντισυνταγματική, αυθαίρετη και απαράδεκτη» εγκύκλιο κάνει λόγο η Εκτελεστική Επιτροπή της ΑΔΕΔΥ και καλεί την κυβέρνηση και το Συμβούλιο να την αποδοκιμάσουν και να την ανακαλέσουν.

Προστασία εργαζομένου

Mαρία Κουφοπούλου δικηγόρος Εργατικού Δικαίου και νομική εκπρόσωπος του Συλλόγου Συμβασιούχων της Υπηρεσίας Ασύλου

Κάθε φυσικό πρόσωπο έχει κατ’ αρχήν υποχρέωση μαρτυρίας εφόσον κληθεί ενώπιον δικαστηρίου. Από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται οι δημόσιοι υπάλληλοι μόνο όταν καλούνται να καταθέσουν για πραγματικά περιστατικά για τα οποία υπάρχει καθήκον εχεμύθειας. Και καθήκον εχεμύθειας υπάρχει αποκλειστικά για θέματα που χαρακτηρίζονται από τον νόμο ως απόρρητα ή όταν η υποχρέωση εχεμύθειας επιβάλλεται κατά την κοινή πείρα ή την κοινή λογική.

Τα πραγματικά περιστατικά μιας εργατικής δίκης συμβασιούχων του Δημοσίου, δηλαδή το αν οι εργαζόμενοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αν τηρούν ωράριο, αν υπακούουν σε εντολές και οδηγίες δεν χαρακτηρίζονται από τον νόμο ως απόρρητα, ούτε από την κοινή πείρα μπορούν να θεωρηθούν ως τέτοια. Τουναντίον, τα στοιχεία αυτά είναι κρίσιμα για το δικαστήριο, προκειμένου να εφαρμόσει το Εργατικό Δίκαιο και να προστατεύσει τον εργαζόμενο έναντι του αυθαιρετούντος εργοδότη, που συχνά είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως δεν υφίσταται καμία παραβίαση υποχρέωσης εχεμύθειας από την κατάθεση σε εργατική δίκη και δεν συντελείται κανένα ποινικό ή πειθαρχικό αδίκημα. Απεναντίας εκπληρώνεται μια νόμιμη υποχρέωση: αυτή της μαρτυρικής κατάθεσης, χωρίς την οποία δικαιοσύνη δεν μπορεί να απονεμηθεί. Η εγκύκλιος του υπ. Μετανάστευσης επιδιώκει να αποτρέψει τους υπαλλήλους από την εκπλήρωση μαρτυρικής κατάθεσης φαλκιδεύοντας έτσι την απονομή δικαιοσύνης, ιδίως στις εργατικές δίκες.

Αναλύει το αυτονόητο

Βασίλης Π. Τσιγαρίδας δικηγόρος, διδάκτωρ Διοικητικού Δικαίου ΑΠΘ, μέλος του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης

Αν το από 1.6.2021 έγγραφο της νομικής συμβούλου επικεντρωνόταν στο καθήκον εχεμύθειας των δημοσίων υπαλλήλων και τις έννομες συνέπειές του στο δίκαιο της απόδειξης, ουδείς θα μπορούσε να αντιλέξει. Ωστόσο η κατεύθυνσή του ήταν εντελώς διαφορετική, σύμφωνα με την εκτίμηση διακεκριμένων νομικών: ένας δημόσιος υπάλληλος απαγορεύεται να καταθέσει υπέρ αντιδίκου του Ελληνικού Δημοσίου, ειδάλλως υπέχει πειθαρχική και ποινική ευθύνη (Γ. Καμίνης, «Επιεικώς απαράδεκτη», «Εφ.Συν.» 3.6.2021, σελ. 5, Α. Τάκης, «Η αδυναμία να διακρίνει κανείς το «συμφέρον» της υπηρεσίας από το δημόσιο συμφέρον είναι ανησυχητική για τη δημοκρατία», «Εφ.Συν.» 3.6.2021, σελ. 5).

Το νομικό σκεπτικό τού από 3.6.2021 εγγράφου (παράγραφοι Α. και Β.) αναλύει το αυτονόητο και κοινώς αποδεκτό, χωρίς ωστόσο να το συνδέει με το πραγματολογικό πλαίσιο που αποτέλεσε την αφορμή για την έκδοσή του (παράγραφος Γ.). Εξάλλου αν το Ελληνικό Δημόσιο έκρινε ως διάδικος ότι συνέτρεχε λόγος εξαίρεσης των επίμαχων μαρτύρων, κατ’ άρθρο 400 ΚΠολΔ, αρκούσε να το ζητήσει από το δικαστήριο. Αντίθετα, δεν χρειαζόταν να εκδοθεί ένα γενικό και αφηρημένο σημείωμα (όπως το χθεσινό), το οποίο βέβαια δεν αποδίδει τα ισχύοντα στην ελληνική έννομη τάξη. Υπό αυτό το πρίσμα το δεύτερο έγγραφο δεν φαίνεται να διευκρινίζει αυτό της 1.6.2021, παρά τον αντίθετο αυτοχαρακτηρισμό του. Η ευκταία λύση θα ήταν η ανάκληση, τουλάχιστον, του πρώτου εγγράφου για λόγους ασφάλειας δικαίου. Προς αυτήν την κατεύθυνση συμβάλλει και το από 3.6.2021 Δελτίο Τύπου του Γραφείου Τύπου του ΝΣΚ, που υπενθυμίζει την πάγια θέση του.

Καμιά δικαιολογία

Κώστας Παπαδάκης δικηγόρος

Η απάντηση της νομικής συμβούλου του Κράτους δεν δικαιολογεί τη γνωμάτευσή της που έδωσε την 1η Ιουνίου, διότι περιορίζει την υποχρέωση παράλειψης μαρτυρίας στην περίπτωση παράβασης του καθήκοντος εχεμύθειας. Αυτό είναι γνωστό και συμπεριλαμβάνεται στις περιπτώσεις εξαίρεσης από την υποχρέωση μαρτυρίας. Η γνωμάτευση όμως της νομικής συμβούλου δεν είχε αυτό το περιορισμένο περιεχόμενο· είχε ένα γενικό περιεχόμενο, που έλεγε ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν δικαιούνται να καταθέτουν μάρτυρες για οποιαδήποτε υπόθεση εναντίον των δημόσιων συμφερόντων. Εθετε, δηλαδή, υπεράνω της αρχής της υποχρέωσης αλήθειας, που διέπει κάθε μαρτυρική εξέταση και στο ποινικό και στο αστικό και στο δικονομικό δίκαιο, υπεράνω αυτού το οποίο η εκάστοτε διοίκηση ονομάζει δημόσια συμφέροντα. Ακόμα και με την ιεράρχηση αυτή δεν υπάρχει δημόσιο συμφέρον που να συγκρούεται με την αλήθεια και την απονομή δικαιοσύνης.

Συνεπώς οι γενικές διατάξεις τις οποίες επικαλείται καλύπτουν ένα ελάχιστο μέρος από το φάσμα που ζητούσε η γνωμάτευση με την υποχρέωση παράλειψης μαρτυρίας. Η αναφορά στον οργανισμό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους δείχνει ότι η ίδια ενήργησε αυθαιρέτως, διότι για ένα τόσο μείζονος σημασίας ζήτημα όφειλε να έχει συγκληθεί η Ολομέλεια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και να αποφανθεί. Δεν είναι ζήτημα καθημερινής διαχείρισης, ώστε με μια τρέχουσα γνωμοδότηση να αποφανθεί ατομικά μία σύμβουλος μόνο. Και βέβαια στο τέλος αποκαλύπτει τον λόγο για τον οποίο εξεπόνησε αυτή τη γνωμοδότηση, όπου δεν επικαλείται οποιαδήποτε παράβαση του καθήκοντος εχεμύθειας. Και με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνει ότι είναι προσχηματική η επίκληση των διατάξεων με τις οποίες εκ των υστέρων προσπάθησε ανεπιτυχώς να καλύψει την αυθαίρετη γνωμοδότησή της.

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με το δελτίο Τύπου προφανώς παίρνει αποστάσεις και αδειάζει τη σύμβουλο. Αυτά που γράφει είναι σωστά, αλλά διαφορετικά από τη γνωμάτευση της συμβούλου. Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους δεν αποτελεί πολιτική οργάνωση για να εκφράζεται με δελτία Τύπου. Αυτά είναι νέα ήθη. Αν νομίζει ότι υπάρχει ζήτημα, οφείλει να κινήσει τις διαδικασίες που πρέπει προκειμένου να αποκατασταθεί η θέση του οργάνου για το ζήτημα που τέθηκε. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα δεν εκτονώνεται στο σύνολό του με όσα υποστηρίζει το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και οφείλει ο υπουργός που προκάλεσε όλη αυτή τη νομική δυσλειτουργία να αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες του και να μην κρύβεται πίσω από αυτοσχεδιασμούς, ατομικούς ή συλλογικούς, των νομικών παραστατών του.

Στις Βρυξέλλες οι αποκαλύψεις της «Εφ.Συν.»

Ιταλός δημοσιογράφος έθεσε ερώτημα προς την Κομισιόν, που επιφυλάχθηκε να απαντήσει αφού ενημερωθεί. Και ερώτηση Κούλογλου προς την Επιτροπή. Κ. Αρβανίτης: «Ο θεσμικός κατήφορος»

Της Μαρίας Ψαρά

Στην αίθουσα Τύπου της Κομισιόν έφτασαν οι αποκαλύψεις της «Εφ.Συν.» για την εγκύκλιο του Νομικού Συμβουλίου που επιχειρούσε να βάλει φρένο στη δυνατότητα των δημοσίων υπαλλήλων να καταθέτουν σε δικαστήρια κατά του Δημοσίου. Και μάλιστα, η ερώτηση ήρθε από τα… χείλη Ιταλού δημοσιογράφου, ο οποίος ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξηγήσεις «για το έγγραφο αυτό που αποδεικνύει ότι ακόμα κι αν γίνονται push backs μεταναστών στην Ελλάδα, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αποθαρρύνει αστυνομικούς και δημοσίους υπαλλήλους να το καταθέσουν στο δικαστήριο».

«Παρακολουθούμε από κοντά το μεταναστευτικό και το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, αλλά δεν έχουμε προς το παρόν καμία ενημέρωση για το θέμα. Θα επανέλθουμε μόλις ενημερωθούμε», είπε ο εκπρόσωπος της Κομισιόν για θέματα μετανάστευσης Ανταλμπερτ Γιαντς. Επειδή η εγκύκλιος δεν αφορά μόνο το υπουργείο Μετανάστευσης αλλά όλο τον δημόσιο τομέα, η Κομισιόν θα πάρει λίγο χρόνο παραπάνω.

Σχετική ερώτηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Στέλιος Κούλογλου. Τονίζει πως αυτή η απαγόρευση «αντιβαίνει στο βασικό καθήκον των δημοσίων υπαλλήλων να τηρούν το Σύνταγμα. Είναι επίσης αντίθετη με την υποχρέωσή τους να αναφέρουν τυχόν παραβάσεις, ακόμη και όταν αφορά τη δική τους υπηρεσία. Τέλος, παραβιάζει την οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου». Ο Στέλιος Κούλογλου έθεσε το θέμα και σε γνώση της Διακομματικής Επιτροπής κατά της Διαφθοράς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της οποίας είναι μέλος του προεδρείου.

«Ο κατήφορος συνεχίζεται. Η χώρα-κοιτίδα της Δημοκρατίας μετατρέπεται σε βαλκανικό παράρτημα του Βίζεγκραντ, σε νομικό Φαρ Ουέστ, καταργώντας το δικαίωμα προστασίας του πολίτη, καθώς η δίκαιη δίκη μπορεί να εξαρτάται από μαρτυρία που απαγορεύεται. Ο θεσμικός κατήφορος της κυβέρνησης Μητσοτάκη λαμβάνει διαστάσεις εκτροπής και πρέπει να σταματήσει εδώ και τώρα», σχολιάζει από την πλευρά του ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Κώστας Αρβανίτης. «Η Ελλάδα, σε πείσμα του κυρίου Μητσοτάκη, θα παραμείνει ευρωπαϊκή Δημοκρατία, θα παραμείνει σύγχρονο κράτος δικαίου».


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Read more: Go to TOP and Bottom