Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

ΚΑΠΝΟΣ! Μια ξεχασμένη ιστορία στο Αγρίνιο


Πολλές φορές αισθανόμουν την επιθυμία να γράψω για όλη αυτή την ιεροτελεστία που λέγεται ΚΑΠΝΟΣ.  Τώρα που όλα αυτά τα περασμένα χάνονται στη λήκυθο των αναμνήσεων, φαίνεται οτι ωρίμασαν και πρέπει να αποτυπωθούν  σε μία κόλλα χαρτί για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να μην ξεχνούν οι παλιότεροι.
Για μερικούς που δεν την βίωσαν αυτή την σκληρή δουλειά, ίσως  να μην τους αγγίζει. Υπάρχουν όμως και αυτοί που είναι συνοδοιπόροι και σε αυτούς απευθύνομαι που σίγουρα θα τους ταξιδέψει κάποιες δεκαετίες στο παρελθόν.
Και αναπολώ πολλές φορές τα λόγια του ποιητη Κώστα Κρυστάλλη:
Καλότυχοι μου χωρικοί
Ζηλεύω την ζωή σας
Την απλοϊκή σας την ζωή
Πώχει περίσσιες χάρες.
Αυτή την απλοική ζωή βιώσαμε και εμείς στην δεκαετία του 70. Μια ζωή πολύ σκληρή γιατί είχε να κάνει με την καλλιέργεια του καπνού. Τους ωραιότερους μήνες του χρόνου –Άνοιξη, Καλοκαίρι- εμείς τους περνούσαμε με σκληρή δουλειά, με ατελείωτο ωράριο και αυπνία. Πριν καλά καλά προλάβουμε να τελειώσουμε το σχολείο ,άρχιζε το μάζεμα του καπνού. Όλοι έπαιρναν μέρος σε αυτή την δουλειά. Νέοι, γέροι, παιδιά μωρά μέσα στην κούνια. Το ρολόι χτυπούσε στις τέσσερις, πολλοί δε ξυπνούσαν απο τις τρεις για τις πιό μακρινές αποστάσεις.
Εμάς η μητέρα μου δεν έβαζε ποτέ το ρολόι. Προτιμούσε να μας ξυπνάει μόνη της, έτσι γλυκομίλητη καθώς ήταν. Παιδάκια ώρα να ξυπνήσουμε. Άντε και κοντεύουμε να τελειώσουμε. Οι αδελφές μου ήταν μικρότερες από μένα , σηκώνονταν ντύνονταν αμίλητες και αγουροξυπνημένες. Πόσο τις λυπόμουν! Και τί δεν θα έδινα να μην τις ξυπνούσα, αλλά σκεφτόμουν επίσης και τον πατέρα μου και την μητέρα μου. Ο πατέρας ήταν ήδη ξύπνιος και έτοιμος για αναχώρηση. Πολλές φορές η μητέρα φορτωνόταν στο κεφάλι της δύο μεγάλες καλάθες, που θα βάζαμε μέσα τον καπνό. Άλλες φορές φορτώναμε τον γαιδαράκο που είχαμε- Ματσούλα τον λέγαμε- και ξεκινούσαμε.
Έξω στους δρόμους γινόταν πανηγύρι. Όλοι στα όπλα για το μάζεμα του καπνού. Πριν ξημερώσει καλά καλά φορτώναμε τις καλάθες γεμάτες καπνό.Αυτή η διαδικασία ήθελε πολύ δύναμη και η δεύτερη αδελφή μου, η οποία ήταν πιο δυνατή, έβγαζε σε πέρας το φόρτωμα βάζοντας όλες της τις δυνάμεις. Σημειωτέον, όλες προσπαθούσαμε τα μάλα για να μην αισθανθεί ο πατέρας απογοήτευση που δεν είχε αγόρι. Άλλες εποχές , άλλες αντιλήψεις. Πολλές φορές ο πατέρας πήγαινε τρία ή τέσσερα φορτώματα. Η μάνα μας ενώ μάζευε τον καπνό τραγουδούσε, παρασέρνοντας κι εμάς μαζί με τον πατέρα. Οι φωνές μας αντάμωναν με τα αηδόνια και αντιλαλούσαν οι ρεματιές. Οι γείτονες δεν παράλειπαν να μας επευφημούν και να μας θαυμάζουν. Πολλές φορές ανυπομονούσαμε με τις αδελφές μου να δούμε αν βγήκε ο Αυγερινός και η Πούλια. Και όταν τους αντικρίζαμε….Στη σελήνη , στα αστέρια, στο άπειρο της νιότης που υπόσχεται τόσα πολλά για το αύριο. Έπρεπε να φωνάξει κάποιος από τους γονείς για να ανασκύψουμε για το μάζεμα του καπνού. Όταν ο ήλιος ανέτειλε, στέλνοντας τις ζεστές του ακτίνες στη γη, είχαμε πια αποκάμει. Άρχιζε η επιστροφή. Παρ΄ όλη την τόση κούραση, το ξενύχτι, την ταλαιπωρία αισθανόμασταν τόση ευχαρίστηση, τόση γαλήνη που μέχρι σήμερα δεν την έχω αισθανθεί.
Αναλογίζομαι πολλές φορές στις μέρες μας , που οι άνθρωποι έχουν τόσες ανέσεις δεν νιώθουν αυτη την γαλήνη, την ψυχική ηρεμία που νιώθαμε εμείς, τόση που ίσως ζήλεψε κι ο ποιητής γιατί ίσως κάποιο βράδυ συνάντησε μερικούς από μας να γυρίζουν από τα κτήματα με αυτή την γαλήνια έκφραση που δεν μετριέται με τίποτα, δεν αγοράζεται με τίποτα.
Πηγή

7 σχόλια:

ephee είπε...

Καλημέρα Δημήτρη!
Μου θύμισες απίστευτες εποχές, που ευτυχώς πρόλαβα ως πιτσιρίκι!
Το μάζεμα δεν το έζησα, γιατί δε με άφηνε η μάνα μου να πάω παρέα με την οικογένεια του γείτονα, αλλά τους άκουγα που περνούσαν αξημέρωτο.
Τα ομορφότερα και πιο αστεία καλοκαίρια ήταν αυτά με όλες τις γειτόνισσες να έρχονται να πιούν τον καφέ τους αρμαθιάζοντας! Θυμάμαι τη γειτόνισσα μισοκοιμισμένη να αρμαθιάζει και το γιο της να ρωτάει:
-Μάνα θες ένα ποτήρι νερό;
-Όχι παιδάκι μου, δε διψάω..
-Όχι να το πιείς.. επειδή σε βλέπω πετάς σπίθες, μην πάρεις καμιά φωτιά!
..και γέλια!
Θυμάμαι τα χέρια μου χαρακωμένα από τις βελόνες, και γεμάτα μαυρίλα που κολλούσε από τον καπνό, και δε μας ένοιαζε.. τώρα φοβόμαστε μη σπάσουμε κανένα νύχι!
Μετά ήρθαν οι μηχανές που δεν τον βελόνιαζαν τον καπνό, αλλά τον γάζωναν. Πάει κι αυτό, χάλασε. Οι γείτονες δεν ήταν αναγκαίοι πια..
Θυμάμαι το πρώτο μου τσιγάρο (αίσχος) ήταν από ξερά φύλλα που βουτήξαμε με την ξαδέρφη μου από την κρεββατίνα του γείτονα, και προσπαθούσαμε να στρίψουμε στα χαρτάκια με υδατογράφημα "βασίλειον της ελλάδος" από το συρτάρι του παππού μου..
Άντε να χαθείς Δημήτρη, μόνο που δε βούρκωσα πρωινιάτικο!

Υ.Γ. Εκείνα τα χαρτάκια δεν είχαν κόλλα, και εμείς δεν ξέραμε ότι κολλάνε σα φάκελος με το δόντι.. και τα είχαμε κλείσει με συρραπτικό. Έπος!

zeidoron dtsoukas είπε...

Εφη μου ειλικρινά χαίρομαι που σε συγκίνησε αυτό το κείμενο.Σκέψου πως ένιωσα εγώ που μέχρι τα δεκαοχτώ μου δεν ήξερα τι είναι καλοκαίρι και τι σημαίνει διακοπές.Πριν τελειώσουν τα σχολεία μετακομίζαμε έξω από το Αγρίνιο στα χωράφια(στο Ρουπακιά που έλεγε κι ο Στέλιος προχτές) των γονιών μου κι επιστρέφαμε στην πόλη όταν τελείωναν τα καπνά κι άρχιζαν τα σχολεία.Κάπως έτσι ζούσαν όλα τα παιδιά τότε που είχαν γονείς καπνοπαραγωγούς κι αυτό ήταν κι ένας λόγος που έφυγα από το Αγρίνιο μόλις τελείωσα το Γυμνάσιο,τότε δεν το λέγαν ακόμα λύκειο.
Σκληρή δουλειά,από νύχτα σε νύχτα αλλά είχε και καλά της χώρια τα διδάγματα που μπορούσες ν' αποκομίσεις.Ενα ωραίο στιγμιότυπο ήταν που ο πατέρας μου αρμάθιαζε κανονικά ενώ τον είχε πάρει ο ύπνος και ροχάλιζε,τόσο πολύ τους είχε γίνει βίωμα η δουλειά που τα πάντα πια λειτουργούσαν μηχανικά κι ας μην άντεχε το κορμί.Ασε την κόλα στα χέρια και στα ρούχα!
Σκληρή δουλειά,δύσκολα χρόνια,αναμνήσεις πια.Να 'ναι καλά η κοπελιά που' γράψε αυτό το κομμάτι και κρίμα που δεν έβαλε τ' όνομά της.Κάπνιζες και στριφτό αυθεντικό ε;από πιτσιρίκι κιόλας!
Εγώ σε πληροφορώ δεν καπνίζω.
Να είσαι καλά Εφη μου!

ΓΗΓΕΝΗΣ ΑΓΡΙΝΙΩΤΗΣ είπε...

Τωρα γιατι με τσιγκλας ημερα της ΠΑΝΑΓΙΑΣ που ειναι.Τι μου θυμιζεις τωρα ,τι να πρωτοθυμηθω και τι να ξεχασω αν μπορει καποιος να ξεχασει τα παιδικα του χρονια στα καπνοχωραφα του ΑΓΡΙΝΙΟΥ,Εκει που εγω και εσυ μεγαλωσαμε,εγω δεν ντρεπομαι να λεω στα παιδια μου οτι διακοπες στη ζωη μου εκανα στα 22 χρονια μου τοτε που αποφασισαμε καπνα τελος.Χρονια φοβερα οσο και δυσκολα να ητανε, πηραμε τη ζωη στα χερια μας και δημιουργηθηκαμε μονοι μας χωρις πατερα με μια μανα που ητανε και τα δυο μαζι.Ξυπνουσαμε ,μαζευαμε, αρμαθιαζαμε κοιμομασταν και την αλλη μερα παλι τα ιδια.Τρεις μηνες αυτη τη ζωη και περιμεναμε να πιασει κανενα μπουρινη να σταματησουμε μια-δυο μερες να ξεκουρασθουμε και μετα παλι τα ιδια.Καθομασταν για φαγητο και τρωγαμε μαζι με τις κολλες του καπνου ,γιατι το νερο περπατουσαμε 15 λεπτα να το φερουμε και η μανα μας ελεγε μη μου χαλατε το νερο για καθαριοτητα γιατι δεν μπορω να πηγαινω συχνα να φερνω τις ποτιστρες στο κεφαλι.Τι να ξεχασω οταν στο τελος τις σεζον κοιμομασταν κατω απο τα βαντακια μεσα στην αποθηκη μεχρι να φυγουμε για το Αγρινιο. βαζαμε σημαδι τις γιορτες για να υπολογιζουμε ποτε τελειωνει το μαρτυριο μας .Θα θυμασε και εσυ που οταν κοβαμε τις καπνοριζες στο τελος φτιαχναμε γηπεδο για να με κανεις καλο τερματοφυλακα , ειναι αυτο που παντα λεω οτι καποιοι γενηθηκαν σε λαθος εποχη και τωρα που τα παιδια μας τα εχουν ολα δεν γνωριζουν ουτε τις εθνικες γιορτες. Ας σταματισω εδω γιατι μπορει να γραφω μεχρι του χρονου τις ΠΑΝΑΓΙΑΣ και να μην εχω τελειωσει ακομη γιατι 15 χρονια παιδικης νιοτης στα καπνοχωραφα του Αγρινιου δεν γραφονται σε 10 λεπτα --γεια σου ΕΦΗ που και εσυ απο οτι καταλαβαινω βιωσες τι εστι καπνoκαλιεργεια.

zeidoron dtsoukas είπε...

Μια βροχή μας σώνει Στέλιο ε;
Αλλά μετά πως να μπεις μέσα στο χωράφι που γινόσουνα παπάκι από τη δροσιά!Δε φταίω εγώ ρε φίλε,το βρήκα σε μια Αγρινιώτικη σελίδα που το έγραψε κάποια κοπέλα που έζησε κι αυτή σαν και μας τα παιδικά της χρόνια μέσα στα καπνοχώραφα!
Τι παραπάνω να πούμε εμείς απ' όσα τόσο όμορφα εξιστορεί.Μαυρίλα που πολύ δύσκολα θα καταλάβουν,αν καταλάβουν,τα σημερινά παιδιά!
Να είσαι καλά και να θυμάσαι τη θεία Κία,ήρωας!

ephee είπε...

Λοιπόν, το διάβασα στη μάνα μου, που μάζευε καπνό από το '50, και μου είπε την εξής ιστορία.
Η γιαγιά μου έπεσε για ύπνο, και από το άγχος ξύπνησε στις 11 νομίζοντας ότι είναι δύο.. (δύο ξεκινούσαν για το μάζεμα).. ξύπνησε τα παιδιά, τα έσυρε μέχρι τα μισά του κάμπου, και στο δρόμο που πέτυχε κάτι χωριανούς, τη ρώτησαν "που πας Μάνθα;"
"πάμε να μαζέψουμε καπνό" απάντησε η γιαγιά.
"Τέτοια ώρα Μάνθα; Είναι έντεκα ακόμα!"

...την επόμενη μέρα ο παππούς μου πήγε και της αγόρασε ξυπνητήρι

zeidoron dtsoukas είπε...

Τσάκαλος ο παππούς Εφη μου!Κάτσε σου λέει,αν δεν κοιμάται καθόλου θα κλατάρει.Πίκρα,πολύ πίκρα τα καπνά!
Τώρα πια τα θυμόμαστε και γελάμε αλλά τότε ήταν ένας λόγος που μας έκανε να σκεφτόμαστε τη φυγή!Δεν υπήρχε καλοκαίρι για μας,δεν υπήρχαν διακοπές!Αυτό λέω στα παιδιά μου και δεν μπορούν να το καταλάβουν.
Τώρα βέβαια οι αγρότες τα αναπολούν αλλά είναι αργά.
Να είσαι καλά,χαιρετισμούς στη μαμά σου!

Τασολάμπρου Χρυσούλα είπε...

Δημήτρη καιρό έχουμε να τα πούμε...
θυμάμαι ευχόμουν να μη τελειώσει το σχολείο, νόμιζα δε, ότι δεν υπήρχε χειρότερη δουλειά απ' τα καπνά.
Καταλαβαίνεις τη δουλειά πατούσαμε σε Ζαπάντι (απ' τα καλύτερα καπνοχώραφα). Μες τη δροσιά τη νύχτα, μες τη λιάστρα τα μεσημέρια...στιγμές απείρου κάλους (χα χα χα).