Ξυπνάω το πρωί, ή ίσως να είναι και μεσημέρι, ίσως ακόμη πιο αργά. Ποτέ δεν είσαι σίγουρος για την ώρα, να πω την αλήθεια. Πάντα κάτι σε μπερδεύει, κάτι σε αποπροσανατολίζει. Μόνο τα σύννεφα είναι ίδια. Τα βαριά, χαμηλωμένα, αγγλικά σύννεφα, που θαρρείς πως λίγο ακόμη και θα ακουμπήσουν στη γη. Τρέχουν αυτά τα σύννεφα, είναι πάντοτε βιαστικά και γεμίζουν την ατμόσφαιρα με ένα πολύ γνώριμο γκρι χρώμα, που τείνει να γίνει το αγαπημένο μου. Είναι χρώμα για παιχνίδι, χρώμα που έτσι κι αλλιώς σε κλείνει στο σπίτι, στον εαυτό σου, σου απαγορεύει, κατά κάποιον τρόπο, να βγεις έξω, ιδίως όταν συνδυάζεται με το κλασικό ψιλοβρόχι, τις περισσότερες φορές δηλαδή.
Πενήντα δύο ώρες άγρυπνος, τα χέρια μου τρέμουν και...
έχουν πάρει φωτιά από τις εντολές που δίνουν στο ξεφτισμένο πληκτρολόγιο και στο ποντίκι. Είναι μάχη ζωής και θανάτου, είναι ιδρώτας και κόπος πολλών ημερών. Κρίσιμη καμπή. Αν τα καταφέρουμε, μιλάμε για επιτυχία μεγάλη, αν όχι, έχουμε χάσει ένα χρόνο παιχνιδιού. Σύγκρουση απίστευτη. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν ιδέα. Δεν καταλαβαίνουν το μέγεθος των δυνάμεων που συγκρούονται αλύπητα. Είναι όπως στο σύμπαν. Όταν συγκρούονται γαλαξίες μεταξύ τους, σμήνη γαλαξιών, όταν συγκρούονται μαύρες τρύπες. Ταχύτητες και μάζες πέρα από κάθε φαντασία. Τι γνώμη μπορεί να έχει για κάτι τέτοιο ένας άνθρωπος που ακούει τις βροντές και τρομάζει, που βλέπει ανεμοστρόβιλους να διαλύουν χωριά και τον πιάνει δέος; Εδώ μιλάμε για δυνάμεις.
Ξυπνάω και αργώ να καταλάβω αν έπαιζα και κάνω διάλειμμα ή αν κοιμόμουν και μόλις έχω ξυπνήσει. Τα όνειρα είναι παντοτινά. Ζω σε ένα όνειρο. Μάλιστα, ένα όνειρο είναι η ζωή μου. Η μάνα μου νομίζω πως στεναχωριέται μαζί μου ή για κάτι τέλος πάντων. Νομίζω πως την ακούω πολλές φορές να μουρμουρίζει λέξεις λυπητερές ή την ακούω να κλαίει μέσα από τα δόντια της με κάτι λυγμούς κοφτούς, χαμηλόφωνους. Ύστερα λέει το όνομά μου και κάτι άλλα λόγια που ποτέ δεν τα θυμάμαι. Μερικές φορές
της κάνω το χατίρι και γυρίζω να την κοιτάξω. Τότε διακρίνω πάνω της αμέσως μια αλλαγή. Νομίζω πως χαμογελάει έστω και αδρά. Εάν έχω τα κέφια μου της πετάω και κανένα «όλα είναι καλά, μάνα» και τη στέλνω στον έβδομο ουρανό.
Όλα όμως είναι το παιχνίδι και το παιχνίδι περικλείει μέσα του τα πάντα.
Έχω πουλήσει την ψυχή μου στο παιχνίδι. Όταν ανάμεσα σε εκατομμύρια βρίσκεσαι στις πρώτες εκατό θέσεις είναι κάτι. Για μένα είναι όλη μου η ζωή. Εφτά χρόνια τώρα δεν έχω σταματήσει, προσφέρω και μου προσφέρονται. Μέχρι γιατροί και ψυχολόγοι ήρθαν στο σπίτι να με δούνε, με την προτροπή των γονιών μου βέβαια. Μου έδωσαν και χάπια, είπαν στη μάνα μου να βγαίνω έξω, να με χτυπάει ο αέρας, μπας και αλλάξει κάτι. Τίποτα όμως, εγώ όλο και χειρότερα. Ο πατέρας μου αγανάκτησε, σήκωσε χέρι και με χτύπησε. Δεν αντέδρασα, συνέχισα να κοιτάζω την οθόνη μου, να δίνω εντολές στους συμπαίκτες μου, να βρίσκω λύσεις για την ομάδα, ήμουν ο αρχηγός τους, ήμουν ο ήρωάς τους, διάολε.