Πώς η επανεξέταση της υπόθεσης, η ανάλυση παλιού βιντεοληπτικού υλικού και τα ψηφιακά ευρήματα οδήγησαν στην ταυτοποίηση δύο 42χρονων και μίας γυναίκας.
Η αξιοποίηση νέων στοιχείων, η επανεξέταση του αποδεικτικού υλικού και η χρήση σύγχρονων μεθόδων ψηφιακής ανάλυσης ήταν τα βασικά βήματα που οδήγησαν την ΕΛ.ΑΣ. στην ταυτοποίηση των τριών προσώπων που φέρονται να εμπλέκονται στην εμπρηστική επίθεση στη Marfin, στις 5 Μαΐου 2010, η οποία στοίχισε τη ζωή σε τρεις εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και μία έγκυος γυναίκα.
Όπως ανακοίνωσε η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, την Παρασκευή 10 Ιουλίου συνελήφθησαν δύο 42χρονοι, σε βάρος των οποίων είχαν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης, ενώ για την ίδια υπόθεση έχει ταυτοποιηθεί και μία γυναίκα, η οποία αναζητείται.
Η υπόθεση είχε αρχικά σχηματιστεί κατά αγνώστων δραστών και παρέμενε στο αρχείο. Σε μεταγενέστερο χρόνο, όμως, ερευνήθηκε εκ νέου από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας, μετά από αξιοποίηση πληροφοριακών στοιχείων. Κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας συγκεντρώθηκε νέο προανακριτικό υλικό, γεγονός που οδήγησε στην ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο αγνώστων δραστών και στην έναρξη κύριας ανάκρισης.
Παράλληλα, η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών προχώρησε σε εξειδικευμένες εργαστηριακές και συγκριτικές εξετάσεις, εφαρμόζοντας προηγμένες μεθόδους ψηφιακής ανάλυσης.
Μέσω αυτών των διαδικασιών κατέστη δυνατή η αποκατάσταση και ανάκτηση δεδομένων από τα ψηφιακά μέσα αποθήκευσης του συστήματος καταγραφής βίντεο της τράπεζας, γεγονός που επέτρεψε τον ακριβή προσδιορισμό και τον συγχρονισμό του χρονικού σημείου της εμπρηστικής επίθεσης.
Η αστυνομία αναφέρει ακόμη ότι χρησιμοποιήθηκαν ειδικοί αλγόριθμοι για τη βελτίωση της ποιότητας του παλαιού οπτικού υλικού, όπου αυτό ήταν τεχνικά εφικτό. Το υλικό επανεξετάστηκε με βάση τη χρονολογική σειρά των καταγεγραμμένων καρέ και, σύμφωνα με την ανακοίνωση, προέκυψε τεκμηριωμένη συσχέτιση μορφολογικών χαρακτηριστικών των κατηγορουμένων, καθώς και ταυτοποίηση προσωπικών αντικειμένων μέσω εξατομικευμένων χαρακτηριστικών τους.
Η έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της τράπεζας στη Σταδίου πραγματοποιήθηκε από μέλη οργανωμένης ομάδας, η οποία κινούνταν μέσα στο σώμα της πορείας και αρχικά ήταν χωρισμένη σε δύο υποομάδες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, ορισμένα μέλη αποσπάστηκαν από την πορεία και, ενεργώντας συντονισμένα, έσπασαν τον υαλοπίνακα της εισόδου, έριξαν τουλάχιστον μία βόμβα μολότοφ στο εσωτερικό του καταστήματος και χρησιμοποίησαν εύφλεκτο υγρό που επιτάχυνε την εκδήλωση της πυρκαγιάς. Από την επίθεση έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι της τράπεζας.
Η αστυνομία υποστηρίζει ότι η ομάδα είχε εσωτερική κατανομή ρόλων. Ορισμένα μέλη είχαν εκτελεστικό ρόλο, συμμετέχοντας άμεσα στον εμπρησμό, ενώ άλλα είχαν υποστηρικτικές και συντονιστικές αρμοδιότητες, συμβάλλοντας στην προετοιμασία, την προστασία και τη γενικότερη υποστήριξη της επιχείρησης.
Για τη διερεύνηση της υπόθεσης αξιοποιήθηκαν επίσης ιατροδικαστικά, αυτοψιακά και εργαστηριακά ευρήματα, ενώ τόσο η Πυροσβεστική όσο και το Τμήμα Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών είχαν καταλήξει ότι η φωτιά προκλήθηκε από τη ρίψη αυτοσχέδιων εμπρηστικών μηχανισμών τύπου μολότοφ.
Όπως ανακοίνωσε η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, την Παρασκευή 10 Ιουλίου συνελήφθησαν δύο 42χρονοι, σε βάρος των οποίων είχαν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης, ενώ για την ίδια υπόθεση έχει ταυτοποιηθεί και μία γυναίκα, η οποία αναζητείται.
Η υπόθεση είχε αρχικά σχηματιστεί κατά αγνώστων δραστών και παρέμενε στο αρχείο. Σε μεταγενέστερο χρόνο, όμως, ερευνήθηκε εκ νέου από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας, μετά από αξιοποίηση πληροφοριακών στοιχείων. Κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας συγκεντρώθηκε νέο προανακριτικό υλικό, γεγονός που οδήγησε στην ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο αγνώστων δραστών και στην έναρξη κύριας ανάκρισης.
Ο αλγόριθμος και η νέα ανάλυση του οπτικού υλικού
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της έρευνας έπαιξαν τα βιντεοληπτικά και φωτογραφικά αρχεία που είχαν συλλεχθεί κατά την αρχική διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς και φωτογραφίες που προήλθαν από ψηφιακό πειστήριο το οποίο είχε κατασχεθεί στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης που είχε χειριστεί στο παρελθόν η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας.Παράλληλα, η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών προχώρησε σε εξειδικευμένες εργαστηριακές και συγκριτικές εξετάσεις, εφαρμόζοντας προηγμένες μεθόδους ψηφιακής ανάλυσης.
Μέσω αυτών των διαδικασιών κατέστη δυνατή η αποκατάσταση και ανάκτηση δεδομένων από τα ψηφιακά μέσα αποθήκευσης του συστήματος καταγραφής βίντεο της τράπεζας, γεγονός που επέτρεψε τον ακριβή προσδιορισμό και τον συγχρονισμό του χρονικού σημείου της εμπρηστικής επίθεσης.
Η αστυνομία αναφέρει ακόμη ότι χρησιμοποιήθηκαν ειδικοί αλγόριθμοι για τη βελτίωση της ποιότητας του παλαιού οπτικού υλικού, όπου αυτό ήταν τεχνικά εφικτό. Το υλικό επανεξετάστηκε με βάση τη χρονολογική σειρά των καταγεγραμμένων καρέ και, σύμφωνα με την ανακοίνωση, προέκυψε τεκμηριωμένη συσχέτιση μορφολογικών χαρακτηριστικών των κατηγορουμένων, καθώς και ταυτοποίηση προσωπικών αντικειμένων μέσω εξατομικευμένων χαρακτηριστικών τους.
Η ανασύνθεση της επίθεσης
Κατά την ΕΛ.ΑΣ., στις 5 Μαΐου 2010, στη διάρκεια της προγραμματισμένης πορείας στο κέντρο της Αθήνας, ομάδες ατόμων συμμετείχαν σε επεισόδια με ρίψεις μολότοφ και επιθέσεις σε οχήματα και καταστήματα.Η έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της τράπεζας στη Σταδίου πραγματοποιήθηκε από μέλη οργανωμένης ομάδας, η οποία κινούνταν μέσα στο σώμα της πορείας και αρχικά ήταν χωρισμένη σε δύο υποομάδες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, ορισμένα μέλη αποσπάστηκαν από την πορεία και, ενεργώντας συντονισμένα, έσπασαν τον υαλοπίνακα της εισόδου, έριξαν τουλάχιστον μία βόμβα μολότοφ στο εσωτερικό του καταστήματος και χρησιμοποίησαν εύφλεκτο υγρό που επιτάχυνε την εκδήλωση της πυρκαγιάς. Από την επίθεση έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι της τράπεζας.
Η αστυνομία υποστηρίζει ότι η ομάδα είχε εσωτερική κατανομή ρόλων. Ορισμένα μέλη είχαν εκτελεστικό ρόλο, συμμετέχοντας άμεσα στον εμπρησμό, ενώ άλλα είχαν υποστηρικτικές και συντονιστικές αρμοδιότητες, συμβάλλοντας στην προετοιμασία, την προστασία και τη γενικότερη υποστήριξη της επιχείρησης.
Για τη διερεύνηση της υπόθεσης αξιοποιήθηκαν επίσης ιατροδικαστικά, αυτοψιακά και εργαστηριακά ευρήματα, ενώ τόσο η Πυροσβεστική όσο και το Τμήμα Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών είχαν καταλήξει ότι η φωτιά προκλήθηκε από τη ρίψη αυτοσχέδιων εμπρηστικών μηχανισμών τύπου μολότοφ.
Κατά τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στις οικίες των εμπλεκομένων κατασχέθηκαν ηλεκτρονικοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, εξωτερικοί σκληροί δίσκοι, USB και άλλα ψηφιακά πειστήρια.
Ειδικότερα, κατά το αρχικό στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης είχε σχηματιστεί δικογραφία κατά αγνώστων δραστών, ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο η υπόθεση διερευνήθηκε εκ νέου, ύστερα από κατάλληλη αξιοποίηση πληροφοριακών στοιχείων από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας. Στο πλαίσιο αυτό και κατόπιν παραγγελίας της αρμόδιας Εισαγγελίας, συγκεντρώθηκε και υποβλήθηκε το σχετικό προανακριτικό υλικό, με αποτέλεσμα να ανασυρθεί η ανωτέρω δικογραφία από το αρχείο αγνώστων δραστών και να παραγγελθεί η διενέργεια κύριας ανάκρισης.
Στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης ταυτοποιήθηκαν δύο άνδρες, αμφότεροι ηλικίας 42 ετών, σε βάρος των οποίων εκδόθηκαν σχετικά εντάλματα, δυνάμει των οποίων συνελήφθησαν, ενώ για την ίδια υπόθεση έχει ταυτοποιηθεί και μία γυναίκα, που αναζητείται.
Ως προς το χρονικό της υπόθεσης, την 05/05/2010, κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης πορείας που πραγματοποιήθηκε στο κέντρο της Αθήνας, ομάδες ατόμων συμμετείχαν σε επεισόδια με ρίψεις μολότοφ, καθώς και εμπρηστικές επιθέσεις κατά οχημάτων και καταστημάτων. Συγκεκριμένα, ο εμπρησμός του ανωτέρω τραπεζικού υποκαταστήματος προκλήθηκε από μέλη μίας ομάδας, η οποία κινήθηκε στο σώμα της πορείας, αρχικά χωρισμένη σε δύο υποομάδες.
Πιο αναλυτικά, οι δύο υποομάδες συγκεντρώθηκαν σε κοντινή απόσταση από το υποκατάστημα της τράπεζας και μετά από συνεννόηση, ορισμένα άτομα αποκόπηκαν και ενεργώντας συντονισμένα και οργανωμένα προξένησαν την πυρκαγιά (εμπρησμό) στο εσωτερικό της τράπεζας, θραύοντας τον υαλοπίνακα της πόρτας και ρίπτοντας στο εσωτερικό της, τουλάχιστον μια βόμβα μολότοφ, η οποία εξερράγη, καθώς και εύφλεκτο υγρό, το οποίο επιτάχυνε την εκδήλωση πυρκαγιάς. Αποτέλεσμα της εμπρηστικής αυτής επίθεσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός των -3- εργαζομένων της τράπεζας.
Μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, η ομάδα απομακρύνθηκε, ενώ ορισμένοι απ’ αυτούς, όπως διαπιστώθηκε, συμμετείχαν από κοινού και με άλλα άτομα, και σε άλλες επιθέσεις σε βάρος οχημάτων, καταστημάτων και κτιρίων.
Όπως προέκυψε η ομάδα είχε εσωτερική κατανομή ρόλων. Ειδικότερα, ορισμένα άτομα ανέλαβαν τον ενεργό εκτελεστικό ρόλο, όπως τη θραύση του υαλοπίνακα και τη ρίψη εύφλεκτων αντικειμένων και υγρών, ενώ τα λοιπά μέλη είχαν συντονιστικό και υποστηρικτικό ρόλο, συμβάλλοντας στην προστασία, προετοιμασία, εκδήλωση της εμπρηστικής επίθεσης και στη γενικότερη επιχειρησιακή υποστήριξη των φυσικών αυτουργών του εμπρησμού.
Για τη διερεύνηση της υπόθεσης αξιοποιήθηκαν ιατροδικαστικά, αυτοψιακά και εργαστηριακά ευρήματα, ενώ όπως διαπιστώθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και το Τμήμα Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών, η πυρκαγιά στο τραπεζικό υποκατάστημα προκλήθηκε από τη ρίψη αυτοσχέδιων εμπρηστικών μηχανισμών τύπου μολότοφ.
Επίσης, συλλέχθηκαν και εξετάστηκαν, ως προανακριτικό υλικό, μεταξύ άλλων, βιντεοληπτικά και φωτογραφικά αρχεία που είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς και φωτογραφίες που εξήχθησαν από ψηφιακό πειστήριο, το οποίο είχε κατασχεθεί στο πλαίσιο έτερης υπόθεσης που είχε χειριστεί κατά το παρελθόν η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας.
Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο των εξειδικευμένων εργαστηριακών και συγκριτικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν από την Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, εφαρμόσθηκαν προηγμένες μεθοδολογίες ψηφιακής ανάλυσης. Μέσω αυτών, επετεύχθη η αποκατάσταση και ανάκτηση χαμηλού επιπέδου δεδομένων από ψηφιακά μέσα αποθήκευσης του συστήματος καταγραφής βίντεο του τραπεζικού καταστήματος, οδηγώντας στον επακριβή προσδιορισμό και συγχρονισμό του απόλυτου χρονικού στίγματος της εμπρηστικής επίθεσης.
Παράλληλα, με την εφαρμογή σχετικών αλγορίθμων, βελτιώθηκε, όπου ήταν τεχνικά εφικτό, η ευκρίνεια του προϋπάρχοντος παλαιότερου οπτικού υλικού, το οποίο επανεξετάσθηκε σε πλήρη εναρμόνιση με τη χρονολογική αλληλουχία των καταγεγραμμένων καρέ. Από τη διαδικασία αυτή προέκυψε η τεκμηριωμένη συσχέτιση μορφολογικών και λοιπών χαρακτηριστικών των κατηγορούμενων καθώς και η μοναδικοποίηση προσωπικών αντικειμένων, βάσει εξατομικευμένων χαρακτηριστικών τους, σε συνδυασμό με το υπό εξέταση αποδεικτικό υλικό.
Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, πλήθος ψηφιακών πειστηρίων (laptops, USB sticks, εξωτερικοί σκληροί δίσκοι, κινητά τηλέφωνα κ.α.), ενώ στην οικία που διέμενε ο ένας απ’ τους δύο συλληφθέντες, βρέθηκε και κατεργασμένη κάνναβη (σε μορφή σοκολάτας) συνολικού μικτού βάρους -18,6- γραμμαρίων. Για το λόγο αυτό, σε βάρος του σχηματίστηκε αυτοτελής δικογραφία για παράβαση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, η οποία θα υποβληθεί στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.
Οι συλληφθέντες, απ’ τους οποίους ο ένας έχει απασχολήσει για παράβαση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.»
Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.
«Από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος συνελήφθησαν, χθες Παρασκευή 10 Ιούλιου 2026, δυνάμει σχετικών ενταλμάτων σύλληψης, δύο -2- ημεδαποί, για την εμπλοκή τους στην εμπρηστική επίθεση που είχε σημειωθεί στις 5/5/2010 σε τραπεζικό κατάστημα στην οδό Σταδίου στην Αθήνα και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τριών εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και μία εγκυμονούσα.Ειδικότερα, κατά το αρχικό στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης είχε σχηματιστεί δικογραφία κατά αγνώστων δραστών, ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο η υπόθεση διερευνήθηκε εκ νέου, ύστερα από κατάλληλη αξιοποίηση πληροφοριακών στοιχείων από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας. Στο πλαίσιο αυτό και κατόπιν παραγγελίας της αρμόδιας Εισαγγελίας, συγκεντρώθηκε και υποβλήθηκε το σχετικό προανακριτικό υλικό, με αποτέλεσμα να ανασυρθεί η ανωτέρω δικογραφία από το αρχείο αγνώστων δραστών και να παραγγελθεί η διενέργεια κύριας ανάκρισης.
Στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης ταυτοποιήθηκαν δύο άνδρες, αμφότεροι ηλικίας 42 ετών, σε βάρος των οποίων εκδόθηκαν σχετικά εντάλματα, δυνάμει των οποίων συνελήφθησαν, ενώ για την ίδια υπόθεση έχει ταυτοποιηθεί και μία γυναίκα, που αναζητείται.
Ως προς το χρονικό της υπόθεσης, την 05/05/2010, κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης πορείας που πραγματοποιήθηκε στο κέντρο της Αθήνας, ομάδες ατόμων συμμετείχαν σε επεισόδια με ρίψεις μολότοφ, καθώς και εμπρηστικές επιθέσεις κατά οχημάτων και καταστημάτων. Συγκεκριμένα, ο εμπρησμός του ανωτέρω τραπεζικού υποκαταστήματος προκλήθηκε από μέλη μίας ομάδας, η οποία κινήθηκε στο σώμα της πορείας, αρχικά χωρισμένη σε δύο υποομάδες.
Πιο αναλυτικά, οι δύο υποομάδες συγκεντρώθηκαν σε κοντινή απόσταση από το υποκατάστημα της τράπεζας και μετά από συνεννόηση, ορισμένα άτομα αποκόπηκαν και ενεργώντας συντονισμένα και οργανωμένα προξένησαν την πυρκαγιά (εμπρησμό) στο εσωτερικό της τράπεζας, θραύοντας τον υαλοπίνακα της πόρτας και ρίπτοντας στο εσωτερικό της, τουλάχιστον μια βόμβα μολότοφ, η οποία εξερράγη, καθώς και εύφλεκτο υγρό, το οποίο επιτάχυνε την εκδήλωση πυρκαγιάς. Αποτέλεσμα της εμπρηστικής αυτής επίθεσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός των -3- εργαζομένων της τράπεζας.
Μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, η ομάδα απομακρύνθηκε, ενώ ορισμένοι απ’ αυτούς, όπως διαπιστώθηκε, συμμετείχαν από κοινού και με άλλα άτομα, και σε άλλες επιθέσεις σε βάρος οχημάτων, καταστημάτων και κτιρίων.
Όπως προέκυψε η ομάδα είχε εσωτερική κατανομή ρόλων. Ειδικότερα, ορισμένα άτομα ανέλαβαν τον ενεργό εκτελεστικό ρόλο, όπως τη θραύση του υαλοπίνακα και τη ρίψη εύφλεκτων αντικειμένων και υγρών, ενώ τα λοιπά μέλη είχαν συντονιστικό και υποστηρικτικό ρόλο, συμβάλλοντας στην προστασία, προετοιμασία, εκδήλωση της εμπρηστικής επίθεσης και στη γενικότερη επιχειρησιακή υποστήριξη των φυσικών αυτουργών του εμπρησμού.
Για τη διερεύνηση της υπόθεσης αξιοποιήθηκαν ιατροδικαστικά, αυτοψιακά και εργαστηριακά ευρήματα, ενώ όπως διαπιστώθηκε από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και το Τμήμα Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών, η πυρκαγιά στο τραπεζικό υποκατάστημα προκλήθηκε από τη ρίψη αυτοσχέδιων εμπρηστικών μηχανισμών τύπου μολότοφ.
Επίσης, συλλέχθηκαν και εξετάστηκαν, ως προανακριτικό υλικό, μεταξύ άλλων, βιντεοληπτικά και φωτογραφικά αρχεία που είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς και φωτογραφίες που εξήχθησαν από ψηφιακό πειστήριο, το οποίο είχε κατασχεθεί στο πλαίσιο έτερης υπόθεσης που είχε χειριστεί κατά το παρελθόν η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας.
Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο των εξειδικευμένων εργαστηριακών και συγκριτικών εξετάσεων που διενεργήθηκαν από την Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, εφαρμόσθηκαν προηγμένες μεθοδολογίες ψηφιακής ανάλυσης. Μέσω αυτών, επετεύχθη η αποκατάσταση και ανάκτηση χαμηλού επιπέδου δεδομένων από ψηφιακά μέσα αποθήκευσης του συστήματος καταγραφής βίντεο του τραπεζικού καταστήματος, οδηγώντας στον επακριβή προσδιορισμό και συγχρονισμό του απόλυτου χρονικού στίγματος της εμπρηστικής επίθεσης.
Παράλληλα, με την εφαρμογή σχετικών αλγορίθμων, βελτιώθηκε, όπου ήταν τεχνικά εφικτό, η ευκρίνεια του προϋπάρχοντος παλαιότερου οπτικού υλικού, το οποίο επανεξετάσθηκε σε πλήρη εναρμόνιση με τη χρονολογική αλληλουχία των καταγεγραμμένων καρέ. Από τη διαδικασία αυτή προέκυψε η τεκμηριωμένη συσχέτιση μορφολογικών και λοιπών χαρακτηριστικών των κατηγορούμενων καθώς και η μοναδικοποίηση προσωπικών αντικειμένων, βάσει εξατομικευμένων χαρακτηριστικών τους, σε συνδυασμό με το υπό εξέταση αποδεικτικό υλικό.
Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, πλήθος ψηφιακών πειστηρίων (laptops, USB sticks, εξωτερικοί σκληροί δίσκοι, κινητά τηλέφωνα κ.α.), ενώ στην οικία που διέμενε ο ένας απ’ τους δύο συλληφθέντες, βρέθηκε και κατεργασμένη κάνναβη (σε μορφή σοκολάτας) συνολικού μικτού βάρους -18,6- γραμμαρίων. Για το λόγο αυτό, σε βάρος του σχηματίστηκε αυτοτελής δικογραφία για παράβαση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, η οποία θα υποβληθεί στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.
Οι συλληφθέντες, απ’ τους οποίους ο ένας έχει απασχολήσει για παράβαση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου