Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Για τον Λουκιανό που… πήρε το άλογό του και φεύγει στα βουνά


Ξέρετε εμείς οι δημοσιογράφοι είμαστε μερικές φορές σαν τους γιατρούς με παραλλαγμένους όρους. Συνηθίζουμε σε (ή και επιδιώκουμε) μία πολυπρόσωπη κοινωνικότητα. Χαιρετίζουμε πρόσωπα (αφίξεις), αποχαιρετάμε πρόσωπα (εξόδους), καταγράφουμε ενδιαμέσως πορείες. 
της Ναταλί Χατζηαντωνίου

Αποστασιοποιημένα συχνά όπως ο γιατρός που οφείλει να κάνει τη δουλειά του. Η συναισθηματική εμπλοκή είναι σπανιότερη και συνήθως όχι καλός οδηγός για την αποτελεσματικότητά μας.
…Δε βαριέστε, φλυαρώ για να μην σας πω ότι σήμερα το πρωί στο γραφείο έκλαψα για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Και μετά έκανα όλες αυτές τις μελό σκέψεις που δικαιολογεί μία τέτοια αναχώρηση. Να ότι μ΄ένα τρόπο μεταφυσικό είναι σαν να σου λέει κάποιος «μεγάλε τέλειωσαν ανεπιστρεπτί τα πάρτι στη Βουλιαγμένη και τα ξενύχτια στη Μαβίλη κι εκείνη η ανεμελιά στο πατάρι του Μεταξουργείου». 
Μετά ακόμα χειρότερα κι ακόμα πιο μελό προτίμησα να τον φανταστώ «φτωχό και μόνο καουμπόη» να φεύγει προς την Αγρια Δύση. Είχε άλλωστε ο Κηλαηδόνης αυτή την ιδιότητα, όταν του την έδινε να διεκδικεί ένα είδος δημιουργικής απομόνωσης ακόμα και μέσα στον πολύ κόσμο. 
Να, τον θυμάμαι αρκετά βράδια σε ένα κοινό φιλικό σπίτι, πάντα μ΄ ένα ουίσκι, πάντα μόνος στο πιάνο, να αδιαφορεί για την θορυβώδη παρέα γύρω του και να τραγουδάει αντάρτικα κυρίως ή ό,τι άλλο του κατέβαινε.
Είχε και την τάση να συλλέγει θεατρικά και μουσικά παραφερνάλια κάνοντας τον προσωπικό του χώρο (τον χάζευα όταν τον επισκεπτόμουν σε συνεντεύξεις) να έχει κάτι από αγορίστικη εφηβεία ωραίων προσωπικών εμμονών. Και στις εμμονές του ήταν και τα 50ς, η τζαζ και ο ήχος της Νέας Ορλεάνης (εκείνος δεν έφερε στην Αθήνα την υπέροχη Preservation Hall Jazz Band;) και το σουίνγκ πολλά-πολλά χρόνια προτού να γίνει μόδα. Κι οι άλλες εμμονές (Τζην Κέλυ και Πρίσλεϊ, Σινάτρα, Σκοτ Τζόπλιν, Beatles) που τις κατέγραψε μία-μία ονομαστικά σ΄εκείνο το τραγούδι του: «Θέλω ένα βράδυ να κάνω ένα πάρτι/πάρτι από εκείνα τα παλιά/και να καλέσω σε εκείνο το πάρτι/να `ρθουν τα πιο καλά παιδιά».
Με τα πιο καλά παιδιά ξεκίνησε τέλη δεκαετίας του ΄60 παρατώντας την Αρχιτεκτονική: με την Κωστούλα Μητροπούλου και τον Μάνο Ελευθερίου και τον Νίκο Γκάτσο και τον Μητσιά και τη Γαλάνη…(«Η πόλη μας», «Κόκκινη Κλωστή»). Και μετά ο Νεγρεπόντης «Μικροαστικά» και «Απλά Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας»

Αυτά κι αν ήταν καταγραφές μίας ολόκληρης εποχής και μιας ολόκληρης νοοτροπίας που μπορεί να «ευνοήθηκε» επί Χούντας αλλά και μεταπολιτευτικά δεν εξέλιπε. 

Μήπως εξέλιπαν οι «Γιώργηδες» από τα υπουργεία και οι οικογένειες που κοιτούν τα συμφέροντά τους; Ή μήπως δεν είναι σαν να γράφτηκαν προχθές τα «Απλά Μαθήματα..»; Θυμάστε τι έλεγε «Η σύμβαση» που ήταν μάλιστα και σε στίχους του ίδιου του Λουκιανού;
«(…)Η σύμβαση υπογράφτηκε
εντός μιας νυχτός
μη κι έμενε ο λογαριασμός
που λέτε ανοιχτός
Πενήντα χρόνων σύμβαση
με εννιά τοις εκατό
στους ξένους δικαιώματα
δοθήκαν αφειδώς (…)»

Αργότερα πια θα έρθει και το «Ελεύθερο Θέατρο», ένας άλλος μεγάλος κύκλος στη δημιουργική πορεία του Κηλαηδόνη με τραγούδια που εκτός από σκετς έγιναν και καθημερινές ατάκες: Μη μου το λες Μαρίκα, η Ζωή είναι Μανίκι κ.ά. Κι όλο αυτό προήλθε βέβαια από ένα συμπαγές μουσικοθεατρικό σύνολο το οποίο εξέπεμπε ταλέντο, φρεσκάδα, τόλμη και σατυρική διάθεση εκεί στην καρδιά του Παγκρατίου και στα μεγάλα αθηναϊκά θέατρα.
Παράλληλα εκείνος κυκλοφορεί τους προσωπικούς του δίσκους. Πρώτα το λατρεμένο «νουάρ» του το ορχηστρικό «Media Luz» για μια ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ και μετά τα «Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόι»«Ψυχραιμία Παιδιά», «Χαμηλή πτήση», «Τραγούδια για κακά παιδιά», «Γιατί θα γίνω μαραγκός» κλπ.
Το περίφημο πάρτι του ΄83; Τι να πω; Όποιος ήταν τότε στην Αθήνα έχει μία ανάμνηση από εκείνη τη βραδιά, από το άγριο μποτιλιάρισμα και από την ευφορία της άφιξης και το ροκ ν΄ρολ διονυσιασμό της παραλίας. Ήταν το ορόσημο της δεκαετίας του 80. Μία καλοκαιρινή χαρά με τους καινούριους μεταπολιτευτικούς όρους και τα καλά του ξεσαλώματος (τότε αυτά μόνον διακρίνονταν)
Στους ομόκεντρους κύκλους της τέχνης του αυτό είχε ο Λουκιανός. Την αποενοχοποίηση του γνήσιου μποέμ και του μάγκικα «καταραμένου», του πότη και του αμφίθυμου, του ροκ ν΄ρόλερ και του νοσταλγού, πάντα με έφεση στο πάρτι και σε μία απολύτως παραπλανητική ελαφράδα. Μια ελαφράδα ώρες-ώρες αφάνταστα θεραπευτική:
Πάρε μία δυνατή μοτοσυκλέτα
πάρε αν θες και το κορίτσι σου μαζί
κι όλα αυτά που σου τη σπάνε ξέχασέ τα
όσοι το `καναν δεν ήταν χαζοί..

Άλλες αφάνταστα νοσταλγική:
Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια
κάποιος μας τα κλέβει μυστικά
χρόνια που περνούν
που δε θα ξαναρθούν
κι εκείνο που βλέπω να μένει τελικά 
Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι
μες τα θερινά τα σινεμά

Και άλλοτε ερωτική ή πολιτική με υλικά οικεία μίας γενιάς που μεγάλωσε στην πόλη, πρόλαβε να χορέψει αγκαλιαστούς χορούς, να κάνει πάρτι, να περπατήσει ντίρλα στο δρόμο, να παίξει πιάνο χαράματα, να διαδηλώσει, να ζήσει λίγο πιο αντισυμβατικά, να συμβιβαστεί λίγο λιγότερο. Να ονειρευτεί καλύτερες μέρες.
Ο Λουκιανός ήταν από τα καίρια (αν και όχι δια της βίας πρωταγωνιστικάπρόσωπα μίας γενιάς που παρά τη Χούντα έδρασε, δημιούργησε και πρόλαβε να ζήσει ωραία ακόμα και τις νύχτες καταστροφής της. Γιατί ακόμα και η …De cadenza της ήταν μυθολογημένη με πιο…μπίτνικ όρους και όχι με τους σκληρούς πολιτικά ανορθολογικούς που θα ζήσουν οι επόμενες.
Στην προσωπική μου track list από το Λουκιανό έχω άλλα τραγούδια του πρώτα-πρώτα (από το «Πόσο αγαπιόμαστε τα δύο» μέχρι τη «Νύχτα καταστροφής»). Αλλά από το πρωί ένα μου κόλλησε:
Θα ‘ρθούνε καλύτερες μέρες
Να μη μου θυμώνει κανείς
Σαν έρθουνε εκείνες οι μέρες
Δεν ξέρω που θα ‘μαστε εμείς
Σαν έρθουνε εκείνες οι μέρες
Δεν ξέρω που θα ‘μαστε εμείς.


Εγώ πάντως ξέρω που θα είναι. Σ΄ένα στριπ του Λούκυ Λουκ. Να μαλώνει με τους Ντάλτον. Να καπνίζει άφοβα (και όχι να μασουλάει.. σανό). Να κερδίζει το κορίτσι. Και παρ’ όλα αυτά να φεύγει με τη Ντόλη για κάπου αλλού που παίζουν μουσικές σε μπαρ με ανοιχτές πόρτες στο δρόμο.
http://www.e-tetradio.gr/

Διαβάστε σχετικά:
Πέθανε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης

Δεν υπάρχουν σχόλια: