Όταν το «μοντέλο της Μυκόνου» γίνεται εφιάλτης - Οι επαγγελματίες του νησιού μιλούν για τη στρεβλή αγορά, την ανεξέλεγκτη δόμηση και το φάντασμα της λειψυδρίας.
Η πρόσφατη τοποθέτηση του Λάκη Λαζόπουλου για την «μυκονοποίηση» της Πάρου δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία.
Για όσους ζουν και αναπνέουν στο νησί, ήταν απλώς η δημόσια ομολογία μιας πραγματικότητας που συζητιέται ψιθυριστά στα γραφεία των επιχειρηματιών και έντονα στα καφενεία των ντόπιων.
Η Πάρος δεν «ανεβαίνει» απλώς. H Πάρος πιέζεται στα όρια της αντοχής της, θύμα μιας ανάπτυξης που μοιάζει περισσότερο με κανιβαλισμό παρά με όραμα.
«Η φούσκα» μεγατόνων και ο τουρισμός της «ποσότητας»
Το φαινόμενο είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού. Ο κόσμος που πλέον αδυνατεί να ανταπεξέλθει στα παράλογα κόστη της Μυκόνου ή της Σαντορίνης, μετακινείται μαζικά προς την Πάρο.
Αυτό όμως, αντί να φέρει υγιή κέρδη, έχει δημιουργήσει μια στρεβλή αγορά, όπου, η ποιότητα θυσιάζεται στο βωμό της ποσότητας. Χωρίς οργανωτικό σχέδιο, με προχειρότητα και απληστία. Με βάση τη λογική ότι το νησί φέτος θα έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο επισκεψιμότητας.
«Κυνηγάμε το νούμερο και χάνουμε την ποιότητα», λένε χαρακτηριστικά. Η «πτώση» του επιπέδου του τουρισμού φέρνει μαζί της και πτώση στον τζίρο της εστίασης, ο οποίος ήδη καταγράφει απώλειες της τάξης του 10% σε σχέση με πέρυσι.
Το παράδοξο; Το νησί βγάζει ακόμα χρήματα, αλλά η «φούσκα» έχει αρχίσει να ξεφουσκώνει.
Η εκτίμηση των ανθρώπων της αγοράς είναι ζοφερή: αν δεν αλλάξει κάτι, σύντομα η Πάρος θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια τρομακτική οικονομική καθίζηση.
Από τη μαύρη πέτρα στον ασυντήρητο Μύλο: Η αισθητική της παρακμής
Το πιο οδυνηρό κομμάτι είναι η αλλοίωση του τοπίου.
Η ανεξέλεγκτη δόμηση συνεχίζεται με ρυθμούς που σοκάρουν: κάθε καλοκαίρι ξεφυτρώνουν 4-5 νέα ξενοδοχεία τεράστιων διαστάσεων, που καμία σχέση δεν έχουν με την κυκλαδίτικη αισθητική.
Το «άσπρο-μπλε» δίνει τη θέση του σε αρχιτεκτονικά εκτρώματα. Υπάρχει το εξοργιστικό παράδειγμα ξενοδοχειακής μονάδας που, αντί για τη φημισμένη παριανή πέτρα, επέλεξε να φέρει μαύρη πέτρα από τη Θεσσαλονίκη, «ντύνοντας» το κτίριο στα μαύρα μέσα στην καρδιά των Κυκλάδων.
Η απουσία κεντρικού σχεδιασμού και η αισθητική αναρχία μετατρέπουν το νησί σε ένα αστικό προάστιο χωρίς ταυτότητα.
Η παρακμή, άλλωστε, ξεκινά από την πρώτη κιόλας εικόνα που αντικρίζει ο επισκέπτης πατώντας το πόδι του στο λιμάνι.
Ο εμβληματικός μύλος της Παροικιάς, το σήμα κατατεθέν του νησιού, στέκει ασυντήρητος, παραδομένος στη φθορά του χειμώνα.
Είναι η απόλυτη ειρωνεία: ένα νησί που διαφημίζει την «ανάπτυξη» και τον πλούτο του, να μην μπορεί να φροντίσει ούτε το ίδιο του το σύμβολο.
Αν η «βιτρίνα» του λιμανιού εκπέμπει τέτοια εγκατάλειψη, τι μπορεί να περιμένει κανείς για τα ενδότερα;
Υποδομές στο μηδέν και το αίτημα για «φρένο»
Οι πρόσφατες φωτιές στο νησί λειτούργησαν ως μεγεθυντικός φακός των προβλημάτων.
Μια μέρα μετά την πυρκαγιά, ολόκληρες περιοχές έμειναν χωρίς νερό. Το φάντασμα της λειψυδρίας δεν είναι πια σενάριο, είναι η επόμενη μέρα.
Την ίδια ώρα, η εικόνα των δρόμων είναι τριτοκοσμική.
Μπετονιέρες και σκαπτικά μηχανήματα κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα μέσα στην αιχμή της τουριστικής σεζόν, μπλοκάροντας τις οδικές αρτηρίες και προκαλώντας αφόρητη ηχορύπανση στους τουρίστες που πλήρωσαν για «γαλήνη».
Τα σκουπίδια στοιβάζονται σε κάθε γωνιά, με τη δημοτική αρχή να δείχνει ανίκανη να διαχειριστεί τον όγκο των απορριμμάτων που παράγει η υπερδόμηση και ο υπερτουρισμός.
Η αίσθηση της ανομίας κορυφώνεται στο θέμα της στάθμευσης.
Εδώ η αντίφαση «βγάζει μάτι»: ενώ ο Δήμος διαφημίζει τον εκσυγχρονισμό έχοντας τοποθετήσει παρκόμετρα και συστήματα πληρωμής μέσω εφαρμογών, στην πραγματικότητα κυριαρχεί η απόλυτη αναρχία.
Οι θέσεις στάθμευσης στην Παροικιά μετατρέπονται σε άτυπα παραρτήματα των επιχειρήσεων ενοικίασης οχημάτων, οι οποίες χρησιμοποιούν δίκυκλα ως «εργαλεία δέσμευσης» του χώρου, ακυρώνοντας στην πράξη τη λειτουργία των παρκομέτρων για όλους τους υπόλοιπους οδηγούς.
Ο έλεγχος μοιάζει επιλεκτικός: οι κλήσεις και η αφαίρεση πινακίδων αφορούν κυρίως Έλληνες επισκέπτες, ενώ τα οχήματα με αυτοκόλλητα ενοικίασης φαίνεται να απολαμβάνουν μια ιδιότυπη ασυλία, ακόμα και όταν παρκάρουν προκλητικά σε θέσεις αναπήρων.
Υπάρχει δρόμος επιστροφής;
Οι ίδιοι οι επιχειρηματίες του νησιού, βλέποντας το οικοδόμημα να τρίζει, προτείνουν το αυτονόητο: ένα γενναίο, δεκαετές πάγωμα της δόμησης. Ένα μορατόριουμ στις νέες τουριστικές επιχειρήσεις, ώστε να μπορέσουν οι υπάρχουσες να γίνουν βιώσιμες και να ανασάνουν οι υποδομές.
Η Πάρος αυτή τη στιγμή δεν αναπτύσσεται.«Τεντώνεται» μέχρι να σπάσει. Και όπως λένε «αν συνεχίσουμε να αγνοούμε τα σημάδια, το καλοκαίρι του 2028. αλλά και αμέσως επόμενα χρόνια, δεν θα είναι απλώς μια κακή σεζόν, αλλά η ταφόπλακα ενός προορισμού που κάποτε ήταν το διαμάντι του Αιγαίου».
Το νησί δείχνει να παίρνει τον κατήφορο και η μόνη ερώτηση που μένει είναι ποιος θα έχει το θάρρος να πατήσει το φρένο.
Και το στοίχημα της επόμενης ημέρας είναι ένα και ξεκάθαρο: ή θα σταματήσει να «ντύνεται» στα μαύρα και να κυνηγά τη σκιά της Μυκόνου ή θα δει την ομορφιά της να απαξιώνεται οριστικά, μετατρέποντας τον τουριστικό της παράδεισο σε μια βιομηχανική ζώνη διακοπών χωρίς αύριο.
Εσείς ποια Πάρο θέλετε;

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου