Η επέτειος του Συμφώνου Μολότοφ Ρίμπεντροπ, ο διαμελισμός της Πολωνίας, οι σοβιετικές εισβολές και η μάχη για την ιστορική μνήμη που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Η σημερινή επέτειος της 23ης Αυγούστου 1939, ξαναθυμίζει μία από τις σκοτεινότερες σελίδες της ιστορίας του 20ού αιώνα. Μια τέτοια μέρα, η ναζιστική Γερμανία και η κομμουνιστική Σοβιετική Ένωση συμφώνησαν να μην επιτεθούν η μία στην άλλη... αυτό τουλάχιστον δημοσιοποίησαν.
Πίσω όμως από το επίσημο κείμενο υπήρχε μία δεύτερη συμφωνία, μυστική και πολύ πιο ουσιαστική. Χίτλερ και Στάλιν χώριζαν την Ανατολική Ευρώπη σε ζώνες επιρροής, αποφασίζοντας ποια κράτη θα καταλάμβανε ο ένας και ποια θα περνούσαν στον έλεγχο του άλλου.
Για αυτό ακριβώς επιλέχθηκε η 23η Αυγούστου ως Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα θύματα όλων των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων. Η ημέρα είναι περισσότερο γνωστή ως Ημέρα Μνήμης για τα θύματα του σταλινισμού και του ναζισμού ή ως «Ημέρα της Μαύρης Κορδέλας».
Για αυτό ακριβώς επιλέχθηκε η 23η Αυγούστου ως Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης για τα θύματα όλων των ολοκληρωτικών και αυταρχικών καθεστώτων. Η ημέρα είναι περισσότερο γνωστή ως Ημέρα Μνήμης για τα θύματα του σταλινισμού και του ναζισμού ή ως «Ημέρα της Μαύρης Κορδέλας».
Δεν αποτελεί ευρωπαϊκή αργία και δεν επιβλήθηκε στα κράτη μέλη με κάποια δεσμευτική οδηγία από τις Βρυξέλλες. Καθιερώθηκε πολιτικά από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και υιοθετήθηκε σταδιακά από άλλα ευρωπαϊκά όργανα, ως υπενθύμιση των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν στο όνομα δύο διαφορετικών, αλλά αδίστακτων ολοκληρωτικών συστημάτων.
Η επιλογή της ημερομηνίας παραπέμπει ευθέως στην 23η Αυγούστου 1939, ημέρα που υπογράφηκε στη Μόσχα το Σύμφωνο Μολότοφ - Ρίμπεντροπ. Επισήμως ήταν μία συμφωνία μη επίθεσης ανάμεσα στη Γερμανία και τη Σοβιετική Ένωση και στην πραγματικότητα άνοιγε τον δρόμο για εισβολές, προσαρτήσεις, εκτοπίσεις και μαζικές εκτελέσεις.
Το μυστικό πρωτόκολλο
Το σύμφωνο υπέγραψαν ο υπουργός Εξωτερικών της ναζιστικής Γερμανίας Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ και ο σοβιετικός ομόλογός του Βιατσεσλάβ Μολότοφ, παρουσία του Ιωσήφ Στάλιν.Μία τέτοια συμφωνία έμοιαζε έως τότε σχεδόν αδιανόητη. Ο ναζισμός είχε χτίσει μεγάλο μέρος της ιδεολογίας του πάνω στον αντικομμουνισμό και στον μύθο του «εβραιομπολσεβικισμού», ενώ η σοβιετική προπαγάνδα, από την άλλη, παρουσίαζε τη ναζιστική Γερμανία ως τη μεγαλύτερη απειλή για την ΕΣΣΔ.
Η ιδεολογική έχθρα, όμως, παραμερίστηκε μόλις παρουσιάστηκε η δυνατότητα εδαφικής επέκτασης.
Ο Χίτλερ ήθελε να εισβάλει στην Πολωνία χωρίς να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα τη Σοβιετική Ένωση στα ανατολικά και ο Στάλιν έβλεπε την ευκαιρία να μετακινήσει τα σοβιετικά σύνορα προς τη Δύση και να καταλάβει εδάφη τα οποία θεωρούσε χρήσιμα για την ασφάλεια και τις γεωπολιτικές επιδιώξεις της Μόσχας.
Δεν έγιναν φίλοι, έγιναν όμως συνέταιροι, με αντάλλαγμα χώρες και πληθυσμούς που αντιμετωπίστηκαν ως λάφυρα για μοίρασμα.
Με το επίσημο μέρος του συμφώνου, Βερολίνο και Μόσχα δεσμεύονταν να μην επιτεθούν ο ένας στον άλλο για δέκα χρόνια. Με το μυστικό πρωτόκολλο, που συνόδευε την συμφωνία, μοίραζαν την Ανατολική Ευρώπη σε γερμανικές και σοβιετικές σφαίρες επιρροής.
Η Πολωνία ήταν το φιλέτο που έπρεπε να μοιραστούν "δίκαια" μεταξύ τους. Η Φινλανδία, η Εσθονία, η Λετονία και η Βεσσαραβία εντάσσονταν στη σοβιετική ζώνη και η Λιθουανία πέρασε αρχικά στη γερμανική πλευρά, αλλά μεταφέρθηκε λίγο αργότερα στη σοβιετική σφαίρα, με τη Γερμανοσοβιετική Συνθήκη Συνόρων και Φιλίας της 28ης Σεπτεμβρίου 1939.
Το κείμενο του μυστικού πρωτοκόλλου δεν αφήνει περιθώρια για εξωραϊσμούς καθώς δεν ήταν μία συνηθισμένη συμφωνία ουδετερότητας, αλλά σχέδιο αναδιανομής ανεξάρτητων κρατών, χωρίς να ερωτηθούν οι λαοί που ζούσαν σε αυτά.
Η Πολωνία στα δύο
Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 η ναζιστική Γερμανία εισέβαλε στην Πολωνία από τα δυτικά. Η Βρετανία και η Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία και άρχισε επισήμως ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ευρώπη.Δεκαέξι ημέρες αργότερα, ενώ ο πολωνικός στρατός εξακολουθούσε να παλεύει με τους Γερμανούς, ο Κόκκινος Στρατός εισέβαλε από τα ανατολικά. Η Πολωνία βρέθηκε ανάμεσα σε δύο στρατούς κατοχής και μοιράστηκε όπως είχαν συμφωνήσει εκ των προτέρων Χίτλερ και Στάλιν.
Και στις δύο ζώνες ακολούθησαν συλλήψεις, εκτελέσεις, εκτοπίσεις και συστηματική εξόντωση τμημάτων της πολιτικής, στρατιωτικής και πνευματικής ηγεσίας της χώρας.
Στη γερμανική πλευρά άρχισε η ναζιστική τρομοκρατία και η προσπάθεια φυλετικής «καθαρότητας». Η πολιτική αυτή θα εξελισσόταν στο Ολοκαύτωμα και στη μαζική εξόντωση Εβραίων, Πολωνών, Ρομά, ανθρώπων με αναπηρίες και άλλων ομάδων που το ναζιστικό καθεστώς θεωρούσε ανεπιθύμητες.
Στη σοβιετική ζώνη η NKVD, η μυστική αστυνομία και πρόδρομος της KGB, εξαπέλυσε το δικό της κύμα συλλήψεων, εκτοπίσεων και εκτελέσεων.
Η γνωστότερη σοβιετική θηριωδία εις βάρος των Πολωνών ήταν η σφαγή στο δάσος του Κατίν. Την άνοιξη του 1940 η NKVD εκτέλεσε σχεδόν 22.000 Πολωνούς αξιωματικούς, αστυνομικούς, κρατικούς υπαλλήλους και εκπροσώπους της διανόησης. Η εντολή είχε εγκριθεί από τον Στάλιν και το Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Η Σοβιετική Ένωση αρνείτο επί δεκαετίες την ευθύνη και ισχυριζόταν ότι το έγκλημα το είχαν διαπράξει οι Γερμανοί. Το 1990, όμως, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ αναγνώρισε επισήμως την ευθύνη της NKVD και το 2010 και η ρωσική Δούμα αποδέχθηκε ότι τα επίσημα έγγραφα στα κρατικά αρχεία αποδείκνυαν πως η σφαγή πραγματοποιήθηκε με άμεση εντολή του Στάλιν. Η σχετική απόφαση εγκρίθηκε με 324 ψήφους έναντι 57, παρά την αντίδραση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ρωσίας.
Εισβολές, εισβολές, εισβολές
Το Σύμφωνο Μολότοφ - Ρίμπεντροπ δεν έμεινε κλειδωμένο σε κάποιο συρτάρι, αλλά εφαρμόστηκε στην πράξη και άλλαξε βίαια τον χάρτη της Ευρώπης.Τον Νοέμβριο του 1939 η Σοβιετική Ένωση επιτέθηκε στη Φινλανδία, αρχίζοντας τον «Χειμερινό Πόλεμο». Οι Φινλανδοί αντιστάθηκαν και διατήρησαν την ανεξαρτησία τους, αλλά υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν εδάφη στη Μόσχα, τα οποία κατέχει μέχρι σήμερα η Ρωσία.
Το 1940, η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία καταλήφθηκαν και προσαρτήθηκαν στη Σοβιετική Ένωση. Οι προσαρτήσεις συνοδεύτηκαν από εκκαθαρίσεις, μαζικές συλλήψεις και εκτοπίσεις, ενώ την ίδια περίοδο η Μόσχα άρπαξε από τη Ρουμανία τη Βεσσαραβία και τη Βόρεια Βουκοβίνα, δημιουργώντας την Μολδαβία, στην οποία μέχρι σήμερα διατηρεί στρατό στην Υπερδνειστερία.
Από το 1939 έως το 1941 υπήρξε παράλληλα σημαντική οικονομική συνεργασία μεταξύ Γερμανίας και Σοβιετικής Ένωσης. Η Μόσχα εφοδίαζε τη Γερμανία με πρώτες ύλες και τρόφιμα, παίρνοντας σε αντάλλαγμα βιομηχανικό και στρατιωτικό εξοπλισμό.
Η συνεργασία τους έληξε στις 22 Ιουνίου 1941, όταν ο Χίτλερ παραβίασε το σύμφωνο και εξαπέλυσε την επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα» εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.
Από εκείνη τη στιγμή η ΕΣΣΔ βρέθηκε στο πλευρό των Συμμάχων, οι οποίοι πολεμούσαν ήδη για σχεδόν δύο χρόνια τη ναζιστική Γερμανία.
Η καθοριστική συμβολή της Σοβιετικής Ένωσης στη συντριβή του ναζισμού και οι τεράστιες θυσίες του σοβιετικού λαού δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, αλλά δεν μπορούν να διαγράψουν όσα συνέβησαν από τον Αύγουστο του 1939 έως τον Ιούνιο του 1941.
Ο στρατιώτης που σκοτώθηκε στο Στάλινγκραντ δεν γίνεται συνένοχος στα εγκλήματα του Στάλιν, ούτε όμως ο Στάλιν απαλλάσσεται από αυτά επειδή εκατομμύρια Σοβιετικοί πολίτες και στρατιώτες έδωσαν τη ζωή τους πολεμώντας τον Χίτλερ.
Η μνήμη δεν είναι διαγωνισμός θυσιών
Η Ευρωπαϊκή Ημέρα Μνήμης δεν μπορεί να μετατρέπεται σε λογιστική καταγραφή της φρίκης, όπου κάθε πλευρά μετρά τους δικούς της νεκρούς για να ακυρώσει τα εγκλήματα της άλλης.Ο ναζισμός είχε στον πυρήνα του τη φυλετική ιεράρχηση και τη βιολογική εξόντωση ανθρώπων και λαών. Το Ολοκαύτωμα υπήρξε ένα πρωτοφανές, οργανωμένο και βιομηχανοποιημένο σχέδιο εξάλειψης ενός ολόκληρου λαού. Σχεδόν 6.000.000 Εβραίοι δολοφονήθηκαν από τη ναζιστική Γερμανία, τους συμμάχους και τους συνεργάτες της.
Εκατομμύρια ακόμη άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας των ναζιστικών διώξεων, των εκτελέσεων, της καταναγκαστικής εργασίας, του λιμού και των στρατοπέδων συγκέντρωσης.
Ο σταλινισμός είχε διαφορετική ιδεολογική αφετηρία, αλλά δημιούργησε επίσης έναν τεράστιο μηχανισμό κρατικής τρομοκρατίας. Η βίαιη κολεκτιβοποίηση, οι λιμοί, οι εκτοπίσεις ολόκληρων εθνικών ομάδων (μεταξύ των οποίων και Έλληνες της Κριμαίας), οι εκκαθαρίσεις, οι στημένες δίκες και το σύστημα των Γκουλάγκ κόστισαν τη ζωή και την ελευθερία εκατομμυρίων ανθρώπων.
Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Τρόμου, κυρίως το 1937 και το 1938, συνελήφθησαν για πολιτικούς λόγους περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι και εκατοντάδες χιλιάδες εκτελέστηκαν.
Η μελέτη των σοβιετικών αρχείων κατέδειξε ότι η τρομοκρατία δεν προέκυψε από αυθαιρεσίες κάποιων τοπικών αξιωματούχων. Βασιζόταν σε μυστικές αποφάσεις του Πολιτικού Γραφείου, σε εντολές της NKVD και ακόμη και σε προκαθορισμένες ποσοστώσεις συλλήψεων και εκτελέσεων.
Η αναγνώριση των εγκλημάτων δύο καθεστώτων δεν σημαίνει ότι αυτά είχαν την ίδια ιδεολογία, την ίδια κοινωνική βάση ή πανομοιότυπες μεθόδους. Η σύγκριση δεν συνεπάγεται και ταύτιση. Η κοινή μνήμη αφορά πρωτίστως τα θύματα και όχι την θεωρία απόλυτης ομοιότητας των θυτών.
Για τον άνθρωπο που εκτελέστηκε, πέθανε από πείνα ή χάθηκε σε ένα στρατόπεδο, μικρή σημασία είχε το έμβλημα στη στολή του δεσμοφύλακα.
Η Βαλτική Αλυσίδα και η Μαύρη Κορδέλα
Η 23η Αυγούστου απέκτησε και δεύτερη ιστορική σημασία ακριβώς πενήντα χρόνια μετά την υπογραφή του συμφώνου.Στις 23 Αυγούστου 1989 περίπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι από την Εσθονία, τη Λετονία και τη Λιθουανία σχημάτισαν μία ανθρώπινη αλυσίδα που συνέδεσε το Ταλίν, τη Ρίγα και το Βίλνιους.
Η «Βαλτική Οδός» ή «Βαλτική Αλυσίδα» είχε μήκος περίπου 600 χιλιόμετρα και αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες ειρηνικές κινητοποιήσεις στην ευρωπαϊκή ιστορία.
Οι διαδηλωτές ζητούσαν να αποκαλυφθεί ολόκληρη η αλήθεια για το μυστικό πρωτόκολλο του 1939 και διεκδικούσαν την αποκατάσταση της ανεξαρτησίας των χωρών τους από την Σοβιετική Ένωση. Για τους λαούς της Βαλτικής, η είσοδος του Κόκκινου Στρατού το 1940 δεν αποτέλεσε απελευθέρωση αλλά κατοχή που επιβλήθηκε στη βάση της συμφωνίας μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν.
Η ανθρώπινη αλυσίδα υπήρξε η πιο εντυπωσιακή έκφραση ενός κινήματος που είχε αρχίσει νωρίτερα στη Δύση. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, πολιτικοί πρόσφυγες και απόδημοι από τις χώρες της Βαλτικής και την Ανατολική Ευρώπη οργάνωναν εκδηλώσεις στις 23 Αυγούστου φορώντας μαύρες κορδέλες.
Η πρώτη συντονισμένη «Black Ribbon Day» πραγματοποιήθηκε το 1986 σε πόλεις της Βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης και της Αυστραλίας. Η μαύρη κορδέλα συμβόλιζε το πένθος για τους νεκρούς, αλλά και τη διαμαρτυρία απέναντι στην επίσημη σοβιετική άρνηση της ύπαρξης του μυστικού πρωτοκόλλου.
Λίγους μήνες μετά τη Βαλτική Αλυσίδα, στις 24 Δεκεμβρίου 1989, το Κογκρέσο των Λαϊκών Αντιπροσώπων της ίδιας της Σοβιετικής Ένωσης παραδέχθηκε την ύπαρξη του πρωτοκόλλου, το χαρακτήρισε νομικά αβάσιμο και το καταδίκασε.
Πρόκειται για μία λεπτομέρεια την οποία η σημερινή Μόσχα προτιμά συνήθως να ξεχνά. Την καταδίκη του μυστικού συμφώνου δεν την επέβαλαν οι Βρυξέλλες, αλλά την ψήφισε το ανώτατο αντιπροσωπευτικό σώμα της Σοβιετικής Ένωσης.
Πώς καθιερώθηκε η ευρωπαϊκή επέτειος
Η προσπάθεια για την επίσημη αναγνώριση της 23ης Αυγούστου ενισχύθηκε μετά τη διεύρυνση της ΕΕ με τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης.Τα νέα κράτη μέλη έβαλαν στην ευρωπαϊκή ατζέντα μία ιστορική εμπειρία αρκετά διαφορετική από εκείνη της Δυτικής Ευρώπης.
Για το δυτικό τμήμα της Ευρώπης, το 1945 σήμαινε τη συντριβή του ναζισμού, την απελευθέρωση και την έναρξη της δημοκρατικής ανοικοδόμησης. Για την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία, την Ουγγαρία και τις χώρες της Βαλτικής, η ήττα του Χίτλερ δεν έφερε πολιτική ελευθερία. Ακολούθησε σοβιετική κυριαρχία και επιβολή κομμουνιστικών δικτατοριών.
Τον Ιανουάριο του 2006 η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης υιοθέτησε το Ψήφισμα 1481 για τη διεθνή καταδίκη των εγκλημάτων των ολοκληρωτικών κομμουνιστικών καθεστώτων.
Το ψήφισμα αναγνώριζε ότι ορισμένα ευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα είχαν συμβάλει στους αγώνες για τη δημοκρατία, αλλά καταδίκαζε τις μαζικές εκτελέσεις, τους θανάτους στα στρατόπεδα, τους λιμούς, τις εκτοπίσεις, τα βασανιστήρια και την καταναγκαστική εργασία.
Τον Ιούνιο του 2008 ακολούθησε η Διακήρυξη της Πράγας για την Ευρωπαϊκή Συνείδηση και τον Κομμουνισμό. Ανάμεσα στους υπογράφοντες βρίσκονταν ο πρώην Πρόεδρος της Τσεχίας Βάτσλαβ Χάβελ και ο μετέπειτα Πρόεδρος της Γερμανίας Γιοάχιμ Γκάουκ.
Στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, συνολικά 409 ευρωβουλευτές υπέγραψαν διακήρυξη για την ανακήρυξη της 23ης Αυγούστου ως Ευρωπαϊκής Ημέρας Μνήμης για τα θύματα του σταλινισμού και του ναζισμού.
Στις 2 Απριλίου 2009 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε, με 553 ψήφους υπέρ, 44 κατά και 33 αποχές, το ψήφισμα για την «ευρωπαϊκή συνείδηση και τον ολοκληρωτισμό». Το κείμενο διεύρυνε το περιεχόμενο της ημέρας, ώστε να περιλαμβάνει τα θύματα όλων των ολοκληρωτικών και αντιδημοκρατικών καθεστώτων, μαζί και εκείνα των φασιστικών δικτατοριών της Νότιας Ευρώπης.
Τον Ιούλιο του ίδιου έτους η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του ΟΑΣΕ υιοθέτησε τη Διακήρυξη του Βίλνιους. Από τους 213 αντιπροσώπους, οι 201 ψήφισαν υπέρ, 8 κατά και 4 απείχαν.
Η διακήρυξη αναγνώριζε τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος, καταδίκαζε τα ναζιστικά και σταλινικά εγκλήματα, ζητούσε το άνοιγμα των κρατικών αρχείων και καλούσε τις ευρωπαϊκές χώρες να αντιμετωπίσουν τη δημόσια εξύμνηση τόσο του ναζιστικού όσο και του σταλινικού παρελθόντος.
Το 2011, επί πολωνικής προεδρίας της ΕΕ, εκπρόσωποι των κρατών μελών υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Βαρσοβίας και από τότε η 23η Αυγούστου τιμάται συστηματικά από τα ευρωπαϊκά όργανα, χωρίς να έχει καταστεί υποχρεωτική εθνική επέτειος για όλα τα κράτη μέλη.
Το Μόναχο δεν αθωώνει τον Στάλιν
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επανήλθε στο θέμα τον Σεπτέμβριο του 2019, με αφορμή τη συμπλήρωση 80 χρόνων από την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.Το νέο ψήφισμα εγκρίθηκε με 535 ψήφους υπέρ, 66 κατά και 52 αποχές. Καταδίκαζε τον ναζισμό, τον σταλινισμό και τα άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα, ζητούσε τη διδασκαλία της ιστορίας τους στα σχολεία και καλούσε τα κράτη να αντιμετωπίσουν τον νεοναζισμό, τον αντισημιτισμό και την άρνηση του Ολοκαυτώματος.
Περιείχε, όμως, και τη διατύπωση ότι ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άρχισε «ως άμεσο αποτέλεσμα» του Συμφώνου Μολότοφ - Ρίμπεντροπ, κάτι που πολιτικά ήταν ισχυρό ως μήνυμα αλλά υπερβολικό σε ιστορικό επίπεδο.
Το Σύμφωνο υπήρξε καθοριστικός παράγοντας, επειδή επέτρεψε στον Χίτλερ να επιτεθεί στην Πολωνία χωρίς τον φόβο σοβιετικής αντίδρασης και οδήγησε στον διαμελισμό της χώρας, αλλά δεν ήταν η μοναδική αιτία του πολέμου.
Είχαν προηγηθεί ο γερμανικός επανεξοπλισμός, η προσάρτηση της Αυστρίας, η Συμφωνία του Μονάχου, η παράδοση της Σουδητίας, η κατάληψη της υπόλοιπης Τσεχοσλοβακίας, η πολιτική κατευνασμού της Βρετανίας και της Γαλλίας και η αποτυχία των συνομιλιών για τη δημιουργία κοινού μετώπου με τη Μόσχα.
Ωστόσο δεν μπορεί όμως η Συμφωνία του Μονάχου να χρησιμοποιείται ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τη συμφωνία Στάλιν και Χίτλερ.
Τα σφάλματα, οι αυταπάτες και η πολιτική κατευνασμού των δυτικών δημοκρατιών δεν έδωσαν στον Στάλιν το δικαίωμα να διαμελίσει την Πολωνία, να επιτεθεί στη Φινλανδία ή να καταλάβει τις χώρες της Βαλτικής.
Στροφή της Μόσχας και το αφήγημα Πούτιν
Η πιο έντονη και σταθερή αντίδραση στην καθιέρωση της ημέρας προέρχεται από τη Ρωσία. Η ρωσική αντιπροσωπεία αποχώρησε από τη συνεδρίαση του ΟΑΣΕ στο Βίλνιους το 2009, όταν απέτυχε να αποσύρει το σχετικό ψήφισμα.Η Μόσχα υποστηρίζει ότι η κοινή ημέρα μνήμης εξισώνει τη Γερμανία, η οποία εξαπέλυσε τον πόλεμο, με τη Σοβιετική Ένωση, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στη συντριβή του ναζισμού.
Μετά το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2019, το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών κατήγγειλε «πολιτικοποιημένο αναθεωρητισμό» και επανέφερε το επιχείρημα της Συμφωνίας του Μονάχου.
Η ρωσική θέση στηρίζεται σε μία ιστορική αλήθεια, αλλά αφήνει έξω ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας. Η αλήθεια είναι η ανυπολόγιστη σοβιετική συμβολή στη νίκη του 1945, αλλά αυτό που αποσιωπάται είναι η περίοδος από το 1939 έως το 1941, οι σοβιετικές εισβολές, οι προσαρτήσεις και οι μαζικές διώξεις που προηγήθηκαν της γερμανικής επίθεσης.
Στα χρόνια του Βλαντίμιρ Πούτιν, η νίκη του 1945 έχει μετατραπεί σε βασικό πυλώνα της κρατικής ιδεολογίας. Η μνήμη του πολέμου δεν χρησιμοποιείται αποκλειστικά για να τιμηθούν οι νεκροί, αλλά αξιοποιείται και για να παρουσιάζεται η Ρωσία ως η μόνη νικήτρια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και η μοναδική δύναμη του καλού, η οποία δικαιούται να επικαλείται το παρελθόν προκειμένου να απαλλάσσεται από τις ευθύνες του παρόντος.
Αυτή η εργαλειοποίηση έγινε ακόμη πιο εμφανής μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, την οποία το Κρεμλίνο επιχείρησε να παρουσιάσει ως δήθεν ειδική στρατιωτική επιχείρηση «αποναζιστικοποίησης».
Παράλληλα, κομμουνιστικά αλλά και ακροδεξιά κόμματα που ταυτίζονται πολιτικά με τη σημερινή Μόσχα εξακολουθούν να ισχυρίζονται ότι η σφαγή του Κατίν ήταν γερμανική προπαγάνδα, αλλά ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν αφορά διαφορετικές ιστορικές ερμηνείες. Συγκρούεται με τα σοβιετικά αρχεία, την επίσημη παραδοχή του Γκορμπατσόφ και την απόφαση της ίδιας της ρωσικής Δούμας.
Φόβοι για υποβάθμιση του Ολοκαυτώματος
Οι αντιδράσεις δεν προέρχονται αποκλειστικά από τη Ρωσία ή από κόμματα που διατηρούν πολιτική συγγένεια με τη Μόσχα.Ιστορικοί, μελετητές του Ολοκαυτώματος και εβραϊκές οργανώσεις έχουν εκφράσει την ανησυχία ότι μία κοινή ευρωπαϊκή μνήμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υποβαθμιστεί η επιχείρηση της εξόντωσης των Εβραίων.
Σε ορισμένες χώρες της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης, η δικαιολογημένη ανάδειξη των σοβιετικών εγκλημάτων έχει κατά καιρούς συνδυαστεί με προσπάθειες εξωραϊσμού της δράσης εθνικιστών που συνεργάστηκαν με τους ναζί ή συμμετείχαν στις διώξεις και στις δολοφονίες Εβραίων.
Η καταδίκη της σοβιετικής κατοχής δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πιστοποιητικό αθωότητας για όσους συνεργάστηκαν με τους ναζί.
Κατά την ψηφοφορία του 2009, ορισμένοι σοσιαλδημοκράτες ευρωβουλευτές καταψήφισαν το ψήφισμα, φοβούμενοι ότι η χρήση του γενικού όρου «ολοκληρωτισμός» θα αποδυνάμωνε την κεντρική θέση του Ολοκαυτώματος στην ευρωπαϊκή ιστορική μνήμη. Οι περισσότερες αρνητικές ψήφοι και αποχές προήλθαν από την Ευρωπαϊκή Ενωτική Αριστερά.
Οι επιφυλάξεις αυτές δεν μπορούν να απορριφθούν συλλήβδην. Η ευρωπαϊκή Ιστορία δεν αποτελεί ενιαίο και ομοιόμορφο αφήγημα. Η Αθήνα, η Λευκωσία, η Βαρσοβία, η Ρίγα, η Μαδρίτη και το Παρίσι δεν έζησαν τον 20ό αιώνα με τον ίδιο τρόπο.
Για κάποιους Ευρωπαίους ο Κόκκινος Στρατός ήταν εκείνος που άνοιξε τις πύλες του Άουσβιτς και για άλλους ήταν ο στρατός που, διώχνοντας τους Γερμανούς, έκλεισε πίσω του την πόρτα μιας νέας φυλακής και εγκλωβισμού λαών στο «Σιδηρούν Παραπέτασμα», πίσω από το Τείχος του Βερολίνου.
Και οι δύο ιστορικές εμπειρίες είναι πραγματικές.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να διαλέγει τα θύματά της
Η 23η Αυγούστου διατηρεί την αξία της μόνο εφόσον δεν χρησιμοποιείται ως εργαλείο κομματικής αντιπαράθεσης ή ως μέσο αποσιώπησης άλλων εγκλημάτων.Η ιστορία δεν χρειάζεται να παραχαραχθεί για να καταδικαστεί ο σταλινισμός, καθώς τα έργα του καθεστώτος, τα αρχεία και οι μαρτυρίες των θυμάτων αρκούν. Δεν χρειάζεται ούτε να υποβαθμιστεί η μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος για να αναγνωριστούν οι άνθρωποι που χάθηκαν στα Γκουλάγκ, στις εκκαθαρίσεις, στους λιμούς και στις εκτοπίσεις.
Ο ναζισμός και ο σταλινισμός δεν υπήρξαν όμοια καθεστώτα. Είχαν διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, διαφορετικούς διακηρυγμένους σκοπούς και διαφορετικές ιστορικές διαδρομές.
Συναντήθηκαν όμως στην κατάργηση της ατομικής ελευθερίας, στη προσωπολατρεία του ηγέτη, στη μετατροπή του κράτους σε μηχανή εξόντωσης και στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος δεν διαθέτει κανένα δικαίωμα απέναντι στην απόλυτη εξουσία.
Στις 23 Αυγούστου 1939 οι δύο κρατικές ιδεολογίες συναντήθηκαν και πάνω στον χάρτη. Αποφάσισαν ότι ανεξάρτητες χώρες μπορούσαν να κοπούν στα δύο και οι πληθυσμοί τους να εκτοπιστούν, να φυλακιστούν ή να εξαφανιστούν, επειδή αυτό εξυπηρετούσε τους σχεδιασμούς δύο δικτατόρων στη Μόσχα και στο Βερολίνο.
Αυτό είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της επετείου και όχι η ταύτιση κάθε ιδεολογίας και κάθε ιστορικής περιόδου, αλλά η άρνηση να χωρίσουμε τα θύματα σε «δικά μας» και «δικά τους».
Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να επιλέξει ποια εγκλήματα θα θυμάται και ποια θα αφήσει στη λήθη. Οφείλει να τα θυμάται όλα, χωρίς να τα εξισώνει μηχανικά, χωρίς να τα συμψηφίζει και κυρίως χωρίς να χαρίζει συγχωροχάρτι σε κανέναν.
Μανώλης Καλατζής






.webp)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου