Έτσι τυχαία έπεσε το μάτι μου πάνω στα ψηλαλώνια. Τούτα τ’ αλώνια δεν τα προλάβαμε ποτέ εμείς. Είχανε βγει οι θεριζοαλωνιστικές οι μηχανές στα χρόνια μας, κι έτσι δεν προλάβαμε τ’ αλώνια που κατά όπως λέγανε οι παλιότεροι, ήταν φτιαγμένα από πλάκες βγαλμένες από το κόρφο του «Παλιαλία» απέναντι. Του «Διγενή τα μαρμαρένια αλώνια», άλλα ήτανε για μας. «Οι λιάστρες» του καπνού ήταν τ’ αλώνια για τα χρόνια τα δικά μας.
Κάθε σπίτι είχε τη Λιάστρα του, όπως είχε τον κήπο, το χωράφι, τ’ αλέτρι, το ζώο του, την ιστορία του. Και η σιδερένια «λιάστρα» ήτανε η μεγάλη επένδυση της οικογένειας.









