Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Ακραία φτωχοποίηση: Για έξι στα δέκα νοικοκυριά το μηνιαίο εισόδημα φτάνει για… 18 μέρες - Νέα έρευνα

Ένα ακόμη αρνητικό ρεκόρ, αφού το εισόδημα εξανεμίζεται όλο και πιο γρήγορα για όλο και περισσότερους
Μία ακόμη έρευνα έρχεται να προστεθεί στις ήδη υπάρχουσες, που αναδεικνύει και αυτή το καθεστώς ακραίας φτωχοποίησης για τα περισσότερα νοικοκυριά της χώρας. 

Σύμφωνα με το ΙΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ, οι οικονομικές δυσκολίες επηρεάζουν πλέον όχι μόνο τα οικονομικά αδύναμα νοικοκυριά, αλλά και τα μεσαία εισοδήματα (π.χ. έως 25.000 ευρώ οικογενειακό ετήσιο εισόδημα).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η σταδιακή υποχώρηση της πίεσης, που είχε διαφανεί την προηγούμενη χρονιά (σύγκριση 2023-2024) σε ορισμένους δείκτες, ανακόπτεται ή και αντιστρέφεται στη φετινή έρευνα.

Πρόκειται ενδεχομένως για μια ένδειξη ότι οι πιέσεις λόγω του πληθωρισμού λειτουργούν σωρευτικά χρόνο με τον χρόνο και οι αντοχές των νοικοκυριών εξαντλούνται.

Στη φετινή έρευνα καταγράφεται ένα αρνητικό ρεκόρ, αφού το εισόδημα εξανεμίζεται όλο και για περισσότερους και όλο πιο γρήγορα. Το ποσοστό των νοικοκυριών που το εισόδημά τους τελειώνει πριν το τέλος του μήνα έφτασε το υψηλότερο σημείο του διαχρονικά, αυξημένο κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά (62,1% έναντι 60% το 2024). Επίσης, στα νοικοκυριά που δήλωσαν ότι το εισόδημά τους δεν φτάνει ως το τέλος του μήνα, πλέον αυτό επαρκεί κατά μέσο όρο για 18 ημέρες (έναντι 19 το 2024).

Ούτε για τις βασικές ανάγκες

Επομένως, δεν είναι τυχαία η περαιτέρω αύξηση των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν σοβαρές στερήσεις και οικονομική ανασφάλεια. Ενδεικτικά, το 12,1% των νοικοκυριών δήλωσε ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των βασικών του αναγκών (έναντι 11,7% το 2024), 54,0% ότι χρειάζεται να κάνει περικοπές προκειμένου να καλύψει τα αναγκαία (έναντι 52,2% το 2024) και 55,7% ότι δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει ή θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με μεγάλη δυσκολία ένα έκτακτο έξοδο της τάξης των 500€ (έναντι 58,3% το 2024).

Όπως είναι αναμενόμενο, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι αποταμιεύσεις αποτελούν μακρινό όνειρο για τη συντριπτική πλειοψηφία. Στη φετινή έρευνα αυξήθηκε περαιτέρω το ποσοστό των νοικοκυριών που δήλωσαν ότι δεν καταφέρνουν να αποταμιεύσουν (83,5% έναντι 81,6% το 2024). Η αδυναμία είναι σχεδόν καθολική στα χαμηλότερα εισοδήματα (ως 18.000 ευρώ ετήσιο οικογενειακό εισόδημα), αγγίζει όμως και τα μεσαία και ανώτερα μεσαία εισοδήματα (ως 30.000 ευρώ).

Ως προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και τις τράπεζες, καθώς και τα αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, οι σχετικοί δείκτες -αν και σε υψηλά ακόμα επίπεδα- παρουσιάζουν τάση αποκλιμάκωσης σε σύγκριση με το 2024, χρονιά κατά την οποία όμως κάποιοι από αυτούς τους δείκτες κατέγραψαν αρνητικό ρεκόρ (π.χ. ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο).

Τσακίζει η ακρίβεια

Επιπλέον, αξίζει να επισημανθούν τρία επιπλέον στοιχεία, που προκύπτουν από το σύνολο των δεικτών που εξετάζονται στην έρευνα και αναλύονται διεξοδικά παρακάτω.

Πρώτον, η ακρίβεια επιμένει και έχει εμφανείς επιπτώσεις στο διαθέσιμο εισόδημα και στη δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Οι πληθωριστικές πιέσεις, βάσει των επίσημων δεικτών, υποχωρούν σταδιακά και σε σχέση με την έκρηξη του 2022, γεγονός που αποτυπώνεται λ.χ. στο ποσοστό όσων καθυστερούν ή αδυνατούν να καλύψουν ορισμένες δαπάνες. Όμως, η υποχώρηση αυτή είναι ανισομερής, αφού ο πληθωρισμός στα βασικά αγαθά πλήττει δυσανάλογα πολύ τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.

Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων/εισών δήλωσε ότι το 2025 δαπάνησε περισσότερα για λογαριασμούς σπιτιού και είδη διατροφής. Τα τρόφιμα, η ενέργεια και τα καύσιμα (κίνησης/ θέρμανσης) είναι οι κατηγορίες δαπανών όπου οι αυξήσεις γίνονται περισσότερο αισθητές. Από την άλλη μεριά, σχεδόν 4 στα 10 δαπάνησαν λιγότερα για εξόδους (εστιατόρια, καφέ, σινεμά κ.λπ.) και ένδυση-υπόδηση.

Δεύτερον, οι ανισότητες παραμένουν. Όπως επισημάνθηκε ήδη, η αύξηση των τιμών και ο πληθωρισμός επηρεάζει πλέον και νοικοκυριά με μεσαία ή ανώτερα μεσαία εισοδήματα. Όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η πραγματικότητα που βιώνουν τα νοικοκυριά με χαμηλό και χαμηλό μεσαίο εισόδημα (π.χ. ως 18.000 €) είναι πολύ πιο δύσκολη. 

Για παράδειγμα, το εισόδημα εξαντλείται πριν το τέλος του μήνα στο 75,3% των νοικοκυριών με εισοδήματα ως 10.000 € και στο 71,7% των νοικοκυριών με εισόδημα 10.000-18.000 €, ενώ το ποσοστό αυτό πέφτει στο μισό (35,8%) στα νοικοκυριά με εισοδήματα πάνω από 30.000 €.

Μάλιστα οι ανισότητες τείνουν να διευρύνονται, αφού η κατάσταση των οικονομικά ασθενέστερων χειροτερεύει κι άλλο, σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό σε σύγκριση με τα νοικοκυριά των υψηλότερων εισοδηματικών κλιμακίων. Ειδικότερα, έξι στα δέκα νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα έως 18.000 ευρώ δήλωσαν ότι η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώθηκε το 2025, έναντι 32,7% εκείνων με ετήσιο εισόδημα άνω των 30.000 ευρώ. Επιπλέον, τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά δαπανούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε ανελαστικές δαπάνες και είδη πρώτης ανάγκης.

Καθώς οι δαπάνες αυτές δεν είναι δυνατόν να περικοπούν, τα νοικοκυριά αυτά είναι πολύ πιο ευάλωτα στις τρέχουσες πληθωριστικές πιέσεις, καθώς τα βασικά αγαθά (π.χ. τρόφιμα) είναι αυτά που κατεξοχήν τροφοδοτούν τον πληθωρισμό σήμερα. Τέλος, από την έρευνα προκύπτει ότι τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα μονοπρόσωπα νοικοκυριά καταγράφεται το υψηλότερο ποσοστό (60,0%) όσων δήλωσαν ότι η οικονομική τους κατάσταση χειροτέρεψε τον τελευταίο χρόνο σε σύγκριση με όλες τις άλλες κατηγορίες νοικοκυριών.

Τρίτον, το μέλλον φαντάζει στα μάτια των περισσότερων δυσοίωνο, με ό,τι συνεπάγεται αυτή η οικονομική απαισιοδοξία για το γενικότερο οικονομικό κλίμα και τις τάσεις στην ελληνική οικονομία. Παρά την οριακή αποκλιμάκωση κάποιων επιμέρους δεικτών (π.χ. περί της δυνατότητας ανταπόκρισης σε στεγαστικό δάνειο ή άλλες τραπεζικές υποχρεώσεις το επόμενο έτος), η απαισιοδοξία επιμένει ή και αυξάνεται. Το ποσοστό όσων φοβούνται ότι ενδέχεται να χάσουν κάποια στιγμή το σπίτι τους λόγω αδυναμίας πληρωμής των υποχρεώσεών τους προς το Δημόσιο ή τις τράπεζες παραμένει υψηλό (14% έναντι 16% το 2024). Το δε ποσοστό όσων εκτιμούν ότι την επόμενη χρονιά είναι πιο πιθανό να χειροτερέψει η οικονομική τους κατάσταση ανήλθε φέτος σε 49,8%, αυξημένο κατά 8,9 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2024.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Read more: Go to TOP and Bottom