Η ηθοποιός έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, πριν 72 χρόνια - Ήταν μια γυναίκα που έζησε πολύ πιο μπροστά από την εποχή της - Η εξομολόγηση για την κακοποιητική μητέρα της - Ποια παράσταση σημαδεύτηκε από τα Ορεστειακά με έναν νεκρό.
Μακριά από τα πρότυπα ομορφιάς της εποχής που έζησε και με την υποκριτική να είναι το πεπρωμένο της πριν καν γεννηθεί, η Μαρίκα Κοτοπούλη κέρδιζε τους πάντες τόσο πάνω όσο και κάτω από την σκηνή ενώ φρόντιζε να έχει κοντά της όσους την ειρωνευόντουσαν.
Ο λόγος;
Ο λόγος;
Αγαπούσε τους πνευματώδεις ανθρώπους με ευστροφία μυαλού και τους ήθελε δίπλα της. Η ηθοποιός που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα, πριν 72 χρόνια, έγραψε το όνομά της στην ιστορία με χρυσά γράμματα. Πίσω από το χρυσό χρώμα όμως, κρύβεται σκληρή δουλειά και η αλήθεια μιας ηθοποιού που δεν τρόμαξε από τα σκάνδαλα, δεν λύγισε από τον πόνο και δεν άφησε τη μοίρα να την πάει όπου ήθελε εκείνη...
Σχεδόν γεννήθηκε πάνω στην σκηνή
Το πεπρωμένο της Μαρίκας Κοτοπούλη φαίνεται πως ήταν να υπηρετήσει την υποκριτική και να χαράξει μια διαδρομή η οποία, ακόμα και τώρα, 72 χρόνια μετά το θάνατό της, είναι συνώνυμο του ταλέντου καθώς, σχεδόν γεννήθηκε πάνω στο θεατρικό σκηνή. Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς αφού τόσο η μητέρα της Ελένη, όσο και ο πατέρας της Δημήτριος ήταν ηθοποιοί. Μάλιστα, ο πατέρας της ήταν παράλληλα θιασάρχης, επικεφαλής του Δραματικού Θιάσου «Πρόοδος». Ήταν 3 Μαΐου του 1887.Εφημερίδα της εποχής περιέγραφε την στιγμή που η μητέρα της κατάλαβε πως γεννάει ενώ ήταν στην σκηνή: «Καταληφθείσα επί σκηνής από τας ωδίνας του τοκετού μετεφέρθη κακώς έχουσα εις την οικίαν της, ένθα έφερεν εις φως τον τελευταίον γόνον των Κοτοπούληδων».
Η πρώτη της εμφάνιση στην σκηνή, έγινε όταν ήταν βρέφος, κατά τη διάρκεια περιοδείας των γονέων της στο έργο «Ο αμαξάς των Άλπεων». Ο πρώτος της, «επίσημος» ρόλος ήταν σε επιθεώρηση σε ηλικία πέντε ετών, όπου υποδύθηκε μια μαθήτρια. Έως το 1901 εμφανιζόταν στο πλάι των γονιών της σε διάφορα έργα, ακόμη και του κλασικού ρεπερτορίου, σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.
Δεν πήγε δημοτικό
Η καθηγήτρια και συγγραφέας Ελίζα-Άννα Δελβερούδη στο έργο της «1989 – Μαρίκα Κοτοπούλη, εικοσιπέντε χρόνια από τη ζωή της, 1887-1912. Σχέδιο βιογραφίας» αναφέρει αρκετές άγνωστες πτυχές της ζωής της Μαρίκας Κοτοπούλη. Η παιδική ηλικία της ηθοποιού δεν ήταν ευτυχισμένη, ενώ απέκτησε αποσπασματική μόρφωση με δική της επιμονή, καθώς οι συνεχείς μετακινήσεις των ηθοποιών γονιών της δεν της επέτρεπαν κανονική φοίτηση στο σχολείο. Η μητέρα της ήταν δασκάλα και ο πατέρας της ήταν επίσης μορφωμένος, με τον χαρακτηρισμό «ο μορφωμένος άσσος του θεάτρου».Η ίδια, η Μαρίκα Κοτοπούλη, θυμόταν για τα μαθητικά της χρόνια: «Δεν θυμούμαι πώς έμαθα τα πρώτα μου γράμματα. Στο δημοτικό δεν φοίτησα διόλου. Είχα μάθει το αλφάβητο σχεδόν μόνη μου, και ύστερα έμαθα να διαβάζω. Ο πατέρας μου με έκπληξη παρακολούθησε αυτή μου την πρόοδο.
Στο Αρσάκειο έδωσα εξετάσεις κρυφά από τους γονείς μου. Ήταν παράξενο γιατί πήγα ως συνοδός των αδελφών μου που ήταν να εξεταστούν και εξετάστηκα κι εγώ. Απάντησα ό,τι με ρώτησαν και με πέρασαν και με πήραν χωρίς να πληρώσουμε. Πήγαινα σχολείο και έπαιζα στο θέατρο. Μετά από λίγους μήνες πήγαμε στη Σμύρνη, εκεί δεν πήγα σχολείο, είχα μια δασκάλα».
Η ηθοποιός περιέγραφε χαρακτηριστικά: «Πολύ μικρή οι βίαιες σκηνές που είχε ο πατέρας μου και τη μητέρα μου, το ξύλο που έπεφτε αλύπητα σε μικρούς και μεγάλους με είχαν τρομοκρατήσει. Μικρή δε θυμάμαι ποτέ να μου έδειξε ξεχωριστή συμπάθεια ή καν κάποια φροντίδα ξέχωρη για την ανάπτυξή μου. Με είχαν αφήσει κάπως παραπεταμένη. Η Φωτεινή και η Χρυσούλα είχαν παντού τα πρωτεία. Όχι μόνο στη σπουδή, μα και στα ρούχα ακόμη ως μια ηλικία δε μου είχαν αγοράσει δικό μου πράμα. Απόκτησα δικό μου καπέλο αφού είχα φάει ξύλο αλησμόνητο. Με έπεισε οριστικά με ένα πειστικότατο και αλησμόνητο χαστούκι» σημείωνε για την είσοδό της στο Βασιλικό Θέατρο.
Η σκληρή μάνα
Χάρη στα «Φύλλα ημερολογίου» του Ίωνα Δραγούμη, ήρθαν στο φως οι σκοτεινές αναμνήσεις των παιδικών χρόνων της ηθοποιού. Ο αγαπημένος της περιέγραφε τη μητέρα της Μαρίκας Κοτοπούλη, ως μια χειριστική γυναίκα, η οποία έσπρωχνε την κόρη της να συνάπτει σχέσεις και να εκμεταλλεύεται τις γνωριμίες της για να ελιχθεί κοινωνικά, την ίδια ώρα όμως προκειμένου να «διαφυλάξει την ηθική της», προχωρούσε σε άγριους ξυλοδαρμούς.Η ηθοποιός περιέγραφε χαρακτηριστικά: «Πολύ μικρή οι βίαιες σκηνές που είχε ο πατέρας μου και τη μητέρα μου, το ξύλο που έπεφτε αλύπητα σε μικρούς και μεγάλους με είχαν τρομοκρατήσει. Μικρή δε θυμάμαι ποτέ να μου έδειξε ξεχωριστή συμπάθεια ή καν κάποια φροντίδα ξέχωρη για την ανάπτυξή μου. Με είχαν αφήσει κάπως παραπεταμένη. Η Φωτεινή και η Χρυσούλα είχαν παντού τα πρωτεία. Όχι μόνο στη σπουδή, μα και στα ρούχα ακόμη ως μια ηλικία δε μου είχαν αγοράσει δικό μου πράμα. Απόκτησα δικό μου καπέλο αφού είχα φάει ξύλο αλησμόνητο. Με έπεισε οριστικά με ένα πειστικότατο και αλησμόνητο χαστούκι» σημείωνε για την είσοδό της στο Βασιλικό Θέατρο.
Αντιμετωπίστηκε εχθρικά επειδή ήταν... νέα!
Η είσοδός της στο δυναμικό του Βασιλικού Θεάτρου, το 1902, σηματοδότησε και την αρχή της καταξίωσής της στη συνείδηση του κοινού. Στα πρώτα της βήματα, όμως, αντιμετωπίστηκε με καχυποψία και εχθρότητα ορισμένες φορές, επειδή ήταν νεαρή. Οι κριτικοί της εποχής που είδαν πίσω από τα λίγα χρόνια ζωής που είχε, αναγνώρισαν το ταλέντο της και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πυροδοτηθεί η έντονη αντιπαλότητα με την εκλεκτή του παλατιού, Άννα Φραγκοπούλου.
Η αυλαία της συνεργασίας της με το Βασιλικό άνοιξε με τον ρόλο του Πουκ στο Όνειρο θερινής νυκτός, ενώ η συνέχεια ήταν εξίσου εντυπωσιακή, με πρωταγωνιστικούς ρόλους σε κλασικά αριστουργήματα όπως η Δωδεκάτη Νύχτα και ο Φάουστ.
Όλα άρχισαν στην πρώτη παράσταση της 1ης Νοεμβρίου 1903. Η Κοτοπούλη, ως Αθηνά Παλλάδα, απήγγελλε το «Χαίρε της Τραγωδίας» του Παλαμά υπό τους ήχους της μουσικής του Στάνφορντ, αποσπώντας την αποθέωση από την εφημερίδα «Καιροί», που τη χαρακτήρισε «ηθοποιό του μέλλοντος».
Τις επόμενες ημέρες το κλίμα πολώθηκε. Η εφημερίδα «Πρωία» κάλυψε την επικείμενη ομιλία του αρχαιομανούς Μιστριώτη, την ώρα που ο Παύλος Νιρβάνας έγραφε στο «Άστυ» για μέρες «ρητορικής και φιλολογικοπατριωτικών εξάρσεων». Πράγματι, η διάλεξη του καθηγητή τη νύχτα της 9ης Νοεμβρίου ξεσήκωσε το φοιτητικό κοινό.
Όταν το Βασιλικό Θέατρο προγραμμάτισε παραστάσεις για τις 15 και 16 Νοεμβρίου, οι φοιτητές της Φιλοσοφικής συγκρότησαν επιτροπή αγώνα. Ο Μιστριώτης, σε νέο παραλήρημα, δήλωσε πως παραιτείται για να αναλάβει «ο Παλαμάς τη διδασκαλία».
Στις 16 Νοεμβρίου, στις 3 μ.μ., διαδηλωτές ξεκίνησαν από το καφενείο «Γαμβέττας» και κατευθύνθηκαν προς το θέατρο. Στα Προπύλαια και τη Σταδίου ξέσπασαν άγρια επεισόδια. Φοιτητές και Στρατός έρχονται σε σύγκρουση. Οι πυροβολισμοί που έπεσαν τραυμάτισαν θανάσιμα τον 22χρονο εφημεριδοπώλη Ι. Μαντά, ενώ άλλες πληροφορίες κάνουν λόγο για δύο νεκρούς και επτά τραυματίες. Ο χώρος γύρω από το Βασιλικό Θέατρο τέθηκε υπό τον έλεγχο πυροσβεστικών αντλιών (στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα ο κινηματογράφος «Κοτοπούλη») και η παράσταση δόθηκε τελικά στις 9:30 το βράδυ.
Η αυλαία της συνεργασίας της με το Βασιλικό άνοιξε με τον ρόλο του Πουκ στο Όνειρο θερινής νυκτός, ενώ η συνέχεια ήταν εξίσου εντυπωσιακή, με πρωταγωνιστικούς ρόλους σε κλασικά αριστουργήματα όπως η Δωδεκάτη Νύχτα και ο Φάουστ.
Η παράσταση που οδήγησε στα Ορεστειακά με έναν νεκρό
Η παρουσία της στη θεατρική τριλογία Ορέστεια του Αισχύλου, το 1903, ήταν από τις πιο σημαντικές στιγμές της καριέρας της. Η πρωτοποριακή -για την εποχή- χρήση της δημοτικής γλώσσας στο αρχαίο δράμα διέσπασε την κοινωνία της εποχής, προκαλώντας την άμεση και βίαιη αντίδραση των συντηρητικών κύκλων υπό τον καθηγητή Γεώργιο Μιστριώτη. Τα επεισόδια, γνωστά ως Ορεστειακά, κλιμακώθηκαν επικίνδυνα, αφήνοντας πίσω τους τραυματίες, έναν νεκρό και την ακύρωση των παραστάσεων.Όλα άρχισαν στην πρώτη παράσταση της 1ης Νοεμβρίου 1903. Η Κοτοπούλη, ως Αθηνά Παλλάδα, απήγγελλε το «Χαίρε της Τραγωδίας» του Παλαμά υπό τους ήχους της μουσικής του Στάνφορντ, αποσπώντας την αποθέωση από την εφημερίδα «Καιροί», που τη χαρακτήρισε «ηθοποιό του μέλλοντος».
Τις επόμενες ημέρες το κλίμα πολώθηκε. Η εφημερίδα «Πρωία» κάλυψε την επικείμενη ομιλία του αρχαιομανούς Μιστριώτη, την ώρα που ο Παύλος Νιρβάνας έγραφε στο «Άστυ» για μέρες «ρητορικής και φιλολογικοπατριωτικών εξάρσεων». Πράγματι, η διάλεξη του καθηγητή τη νύχτα της 9ης Νοεμβρίου ξεσήκωσε το φοιτητικό κοινό.
Όταν το Βασιλικό Θέατρο προγραμμάτισε παραστάσεις για τις 15 και 16 Νοεμβρίου, οι φοιτητές της Φιλοσοφικής συγκρότησαν επιτροπή αγώνα. Ο Μιστριώτης, σε νέο παραλήρημα, δήλωσε πως παραιτείται για να αναλάβει «ο Παλαμάς τη διδασκαλία».
Στις 16 Νοεμβρίου, στις 3 μ.μ., διαδηλωτές ξεκίνησαν από το καφενείο «Γαμβέττας» και κατευθύνθηκαν προς το θέατρο. Στα Προπύλαια και τη Σταδίου ξέσπασαν άγρια επεισόδια. Φοιτητές και Στρατός έρχονται σε σύγκρουση. Οι πυροβολισμοί που έπεσαν τραυμάτισαν θανάσιμα τον 22χρονο εφημεριδοπώλη Ι. Μαντά, ενώ άλλες πληροφορίες κάνουν λόγο για δύο νεκρούς και επτά τραυματίες. Ο χώρος γύρω από το Βασιλικό Θέατρο τέθηκε υπό τον έλεγχο πυροσβεστικών αντλιών (στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα ο κινηματογράφος «Κοτοπούλη») και η παράσταση δόθηκε τελικά στις 9:30 το βράδυ.
Η σύμπραξη με την ανταγωνίστριά της, Κυβέλη
Η επιχειρηματική της διαδρομή ξεκίνησε το 1908 ως θιασάρχης, με σταθμό το 1912 όταν εγκαταστάθηκε στο θέατρο της Ομόνοιας, το οποίο μετονομάστηκε σε «Μαρίκας Κοτοπούλη». Το 1936, τελικά μετακομίζει στο «Ρεξ» της Πανεπιστημίου. Στο ενδιάμεσο, το καλοκαίρι του 1924, η πολιτεία της ανέθεσε να ψυχαγωγήσει τον αντιβασιλέα της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ στο Ηρώδειο με τον Αγαμέμνονα.Προβλέποντας την επικείμενη ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου, σύστησε στις αρχές του 1929 την «Ελευθέραν Σκηνήν» μαζί με τον Σπύρο Μελά και τον Μήτσο Μυράτ. Οι οικονομικές αναποδιές όμως διέλυσαν γρήγορα τη συνεργασία, με τον Μελά να μεταπηδά στο Εθνικό.
Αμέσως μετά, η Κοτοπούλη μαζί με μια ομάδα ηθοποιών έφυγε για τις ΗΠΑ. Ήταν Οκτώβριος του 1930 και έμεινε εκεί μέχρι τον Ιανουάριο του 1932. Επιστρέφοντας, προχώρησε σε μια κίνηση που οι συνάδελφοί της, σίγουρα δεν πίστευαν όταν ενημερώθηκαν. Η Μαρίκα Κοτοπούλη συμμάχησε με την «αιώνια» ανταγωνίστριά της, Κυβέλη, δημιουργώντας έναν θίασο-κολοσσό που κοντράρισε στα ίσια το Εθνικό Θέατρο.
Η αυλαία της καριέρας της έπεσε σταδιακά κατά την περίοδο της Κατοχής, με την αποχαιρετιστήρια παράστασή της να δίνεται το 1952 στη Σύρο.
Είχε «αποτάξει» την επιθεώρηση
Η καλλιτεχνική της παρακαταθήκη περιλαμβάνει κορυφαίες στιγμές του παγκόσμιου και εγχώριου δραματολογίου, από την Ορέστεια (Ηλέκτρα) και τον Φάουστ του Γκαίτε (Ιφιγένεια, Μαργαρίτα) μέχρι την Ηλέκτρα του Χόφμανσταλ, τη Φαύστα του Βερναρδάκη και τους Ίσαυρους του Ραγκαβή. Το καλοκαίρι του 1909, η Μαρίκα Κοτοπούλη «κλέβει» τον κεντρικό ρόλο στη Στέλλα Βιολάντη του Ξενόπουλου από την Κυβέλη. Ο συγγραφέας, αντί να εμπιστευτεί τον ρόλο στη μόνιμη πρωταγωνίστριά του, την παρέκαμψε και τον ανέθεσε στη Μαρίκα Κοτοπούλη. Το έργο ανέβηκε στο θέατρο «Ομονοίας».Παρά την αρχική της επιτυχία και την σημαντική της παρουσία στην επιθεώρηση κατά τα πρώτα της βήματα, η Κοτοπούλη αποκήρυξε εντονότατα το είδος, προβαίνοντας το 1918 σε μια πρωτοφανή «δήλωση αποτάξεως» για να αποσειστεί η σχετική ταμπέλα από πάνω της.
Όσον αφορά τον κινηματογράφο, καταγράφεται μόνο μία πέρασή της το 1933 στην ελληνοτουρκική ταινία «Κακός δρόμος», βασισμένη σε μυθιστόρημα του Γρηγόριου Ξενόπουλου, που γυρίστηκε στην Κωνσταντινούπολη. Στην παραγωγή συμμετείχαν ο σύζυγός της Γεώργιος Χέλμης αλλά και ο σύζυγος της Κυβέλης, Κώστα Θεοδωρίδη, ενώ στην οθόνη η Κοτοπούλη μοιράστηκε τους ρόλους με την Κυβέλη και τον Βασίλη Λογοθετίδη. Η συγκεκριμένη ταινία, μέχρι και σήμερα θεωρείται χαμένη.
Η πολυτάραχη προσωπική ζωή
Η προσωπική ζωή της Μαρίκας Κοτοπούλη σημαδεύτηκε από έντονα πάθη, ειδικά στα πρώτα βήματα της διαδρομής της, ενώ οι ψίθυροι της εποχής την ήθελαν να συνάπτει ερωτικούς δεσμούς και με νεότερες γυναίκες ηθοποιούς, πριν εκείνες γίνουν γνωστές στο ευρύ κοινό.Το 1904, λίγο μετά την είσοδό της στο Βασιλικό Θέατρο, ερωτεύτηκε τον σκηνοθέτη Θωμά Οικονόμου. Εκείνος, διακρίνοντας αμέσως το σπάνιο χάρισμά που είχε στην υποκριτική, στάθηκε καταλύτης για την εδραίωσή της. Όταν το 1906 αποχώρησαν σχεδόν μαζί από το Βασιλικό, ένωσαν τις δυνάμεις τους στον «Θίασο Θωμά Οικονόμου» στο ελεύθερο θέατρο, σε μια σύμπραξη με τον θίασο του πατέρα της. Ωστόσο, η σχέση της με τον Οικονόμου ολοκληρώθηκε την επόμενη χρονιά, ωθώντας την Κοτοπούλη να καταφύγει για ένα διάστημα στο Παρίσι.
Το 1908, ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας, ερωτεύτηκε τον διανοητή και πολιτικό Ίωνα Δραγούμη. Οι δυο τους είχαν πρωτογνωριστεί το 1905 στην Αλεξάνδρεια όπου ο Δραγούμης υπηρετούσε τότε ως Πρώτος Γραμματέας στην ελληνική πρεσβεία. Ο θυελλώδης έρωτάς τους προκάλεσε ισχυρούς τριγμούς στη συντηρητική κοινωνία και κράτησε μέχρι τις 31 Ιουλίου 1920. Εκείνη τη μοιραία ημέρα, ο Δραγούμης δολοφονήθηκε από βενιζελικούς στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, λίγα μόλις λεπτά αφού είχε φύγει από το σπίτι της στην οδό Ξενίας στους Αμπελόκηπους.
Οι δυο τους συζούσαν ανεπίσημα από τον Ιούνιο του 1912, καθώς ο γάμος μεταξύ τους ήταν ανέφικτος λόγω της κοινωνικής διαφοράς που είχαν αλλά και των αντιδράσεων της μεγαλοαστικής οικογένειας Δραγούμη. Παράλληλα, τα χρόνια της εξορίας του Δραγούμη στην Κορσική (1917-1919), η ηθοποιός γνώρισε και ερωτεύτηκε τον θεατρικό επιχειρηματία Γεώργιο Χέλμη. Το 1923 επισημοποίησαν τη σχέση τους με γάμο, πορευόμενοι μαζί για το υπόλοιπο της ζωής τους, χωρίς να αποκτήσουν παιδιά.
Θεωρούσε πως το παλάτι ήταν θεσμός ιερός
Αν και ιδεολογικά τασσόταν υπέρ της βασιλείας, θεωρώντας το παλάτι θεσμό ιερό, η Μαρίκα Κοτοπούλη δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό της, τα πιστεύω της να επηρεάσουν τις διαπροσωπικές της σχέσεις. Όπως έχει αποκαλύψει ο Γιάννης Τσαρούχης, στα χρόνια της Κατοχής στάθηκε στο πλευρό διωκόμενων αριστερών καλλιτεχνών, ενώ δεν δίσταζε να παρέμβει υπέρ αυτών στις αρχές, με το πρόσχημα ότι η παρουσία τους στη σκηνή ήταν απαραίτητη. «Καμουφλάριζε την ανθρωπιά της, με τη δικαιολογία του θεάτρου» είχε πει ο Γιάννης Τσαρούχης.Από τον Βενιζέλο έως τα γύφτια: Η αφοπλιστική ετοιμολογία της Μαρίκας Κοτοπούλη
Αφοπλιστικά ετοιμόλογη, όποιος την πλησίαζε ήξερε τι θα αντιμετωπίσει και κυρίως τι θα ακούσει. Ο λόγος της ήταν αυθόρμητος αλλά και γεμάτος έξυπνο χιούμορ. Παρά τις ιδεολογικές τους διαφορές, ο Ελευθέριος Βενιζέλος την εκτιμούσε βαθιά και σε μια παράσταση στο θέατρο της Ομόνοιας την επισκέφθηκε νωρίτερα στο καμαρίνι της. Αφού συνομίλησαν για αρκετή ώρα, η ηθοποιός φώναξε χαριτολογώντας στον ανιψιό της, Δημήτρη Μυράτ: «Μήτσο, τρέξε να με γλυτώσεις! Λίγα λεπτά ακόμη αν μείνει ο πρόεδρος, θα γίνω Βενιζελική», αναγκάζοντας τον πρωθυπουργό να αποχωρήσει γελώντας, όπως ανέφερε σε δημοσίευμα της η εφημερίδα «Το Βήμα» τον Οκτώβριο του 1954.Την ίδια αφοπλιστική στάση κρατούσε απέναντι σε όσους δεν δίσταζαν να της ανταπαντήσουν. Όταν ο νεαρός τότε συγγραφέας Πωλ Νορ συστήθηκε ως δημοσιογράφος κι εκείνη σχολίασε ειρωνικά «Κάτι τρέχει στα γύφτικα», εκείνος την αιφνιδίασε λέγοντας: «Το ίδιο θα 'λεγα κι εγώ για σας, τη μεγάλη καλλιτέχνιδα». Αντί να ενοχληθεί, η Κοτοπούλη ενθουσιάστηκε, τον αγκάλιασε και από τότε συνδέθηκαν με στενή φιλία.
Με τον ίδιο τρόπο αντέδρασε και με τον πρωτοεμφανιζόμενο ηθοποιό Πραξιτέλη. Όταν του ανέθεσε έναν βουβό ρόλο στη «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ, που κανείς δεν ήθελε, η Μαρίκα Κοτοπούλη του είπε: «Είναι ρόλος, κύριε Πραξιτέλη, από τον οποίον εξαρτάται η τύχη του έργου. Και φυσικά θα αμειφθήτε γενναία. Καταλαβαίνετε λοιπόν πόση σημασία έχει το παίξιμό σας. Με τη διαφορά ότι δεν θα βγάλετε ούτε γρυ από το στόμα σας».
Τότε, ο νεαρός ηθοποιός της απάντησε ακαριαία: «Τότε γιατί δεν βάζετε τον πρωταγωνιστή σας, τον Μυράτ, σε αυτόν τον σπουδαιότατο ρόλο;». Η Κοτοπούλη, εκτιμώντας το κοφτερό του πνεύμα, έδωσε αμέσως εντολή να πληρωθεί πλουσιοπάροχα για όλη τη σεζόν.
Είχε φωνή από χρυσό και ασήμι και ψυχή - διαμάντι
Η Μαρίκα Κοτοπούλη είχε μια φωνή από «χρυσό και ασήμι» και ψυχή «διαμάντι». Σύμφωνα με τον ερευνητή δημοσιογράφο Ιάσονα Τριανταφυλλίδη σε άρθρο του το 2014, η ηθοποιός υπήρξε μια προσωπικότητα γεμάτη εκρηκτικές αντιθέσεις. Διέθετε μια φωνή που παρομοιαζόταν με «κράμα χρυσού και ασημιού» και απολάμβανε καθολική δημοφιλία, την ίδια στιγμή που εκφραζόταν με τις πιο ωμές βωμολοχίες ανθρώπου του λιμανιού.Αν και αφοσιωμένη βασιλική, με τίμημα την καταστροφή του θεάτρου της στην Ομόνοια από βενιζελικούς το 1920, μετά την απόπειρα κατά του Βενιζέλου, δεν δίσταζε κατά τον Εμφύλιο να φυγαδεύει κομμουνιστές στη σκηνή της και να μεσιτεύει στο παλάτι για την επιστροφή εξόριστων καλλιτεχνών.
Η θυελλώδης ιδιωτική της ζωή περιλάμβανε πολυάριθμες ομοφυλοφιλικές σχέσεις με γυναίκες, αλλά και χρήση μορφίνης στα νεανικά της χρόνια. Πέραν όμως από τον αντισυμβατικό της βίο, η Κοτοπούλη λειτούργησε ως το σπουδαιότερο «φυτώριο» του νεοελληνικού θεάτρου. Στο πλευρό της μαθήτευσαν και καταξιώθηκαν ιερά τέρατα της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας όπως οι Ροντήρης, Μινωτής, Παξινού, Βεάκης, Λογοθετίδης, Κουν, Μερκούρη, Λαμπέτη και Νοταρά, ενώ η ίδια στήριξε έμπρακτα την εγχώρια δραματουργία, αναδεικνύοντας συγγραφείς όπως ο Ξενόπουλος, ο Χορν, ο Τερζάκης, ο Ψαθάς και το δίδυμο Σακελλάριος – Γιαννακόπουλος.
Η μοναδική γυναίκα που τάφηκε σε χώρο για... εξέχοντες άνδρες
Οι διακρίσεις της υπήρξαν ανάλογες του μεγέθους της: τιμήθηκε με το Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών (1923), βραβεύτηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (1939) και έλαβε το παράσημο του Ταξιάρχη από τον βασιλιά Παύλο (1950).Το 1949, με αφορμή τη μοναδική της σύμπραξη με το Εθνικό Θέατρο στην Ορέστεια του Ροντήρη, οι ομότεχνοί της της προσέφεραν ένα χρυσό μετάλλιο που απεικόνιζε την ίδια ως Κλυταιμνήστρα. Η κίνηση αυτή στάθηκε η αφορμή για να θεσμοθετήσει η ίδια το «Έπαθλο Κοτοπούλη», έναν ετήσιο θεσμό επιβράβευσης για τις Ελληνίδες ηθοποιούς. Ακόμη και η τελευταία της κατοικία υπήρξε πρωτοποριακή.
Το 1955, επί δημαρχίας Κατσώτα, το δημοτικό συμβούλιο έκανε δεκτή την εισήγηση του σύμβουλου Σφέτσου να ενταφιαστεί στο Α΄ Νεκροταφείο, στον χώρο που προοριζόταν αποκλειστικά για διακεκριμένους άνδρες. Έτσι, λόγω της οικουμενικής της προσφοράς στην τέχνη αλλά και του σχεδιαζόμενου μαυσωλείου από τον σύζυγό της, κατέστη η μοναδική γυναίκα που τάφηκε στο συγκεκριμένο σημείο.
Η Μαρίκα Κοτοπούλη έφυγε από τη ζωή στις 11 Σεπτεμβρίου 1954 και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη την επομένη του θανάτου της, αφού προηγουμένως η σορός της εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη Αθηνών.
Σοφία Πελεκάνου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Για πες