Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Κρούσματα και tests: Πόσο απέχει το success story από την αλήθεια (βίντεο)


Γράφει ο Θανάσης Παπαγεωργίου
Στη χθεσινή ενημέρωση ο κος Χαρδαλιάς επανέλαβε για άλλη μια φορά την άποψη ότι θεωρεί πλήρως επαρκές και ικανοποιητικό το έργο των ελέγχων από πλευράς ΕΟΔΥ με την «ιχνηλάτηση». Θεωρεί λοιπόν επίσημα,
δηλώνοντάς το για πολλοστή φορά, ότι το έργο των ελέγχων με τεστ στην κοινότητα, εξαντλείται στην αυτονόητη διαδικασία της ιχνηλάτησης.

Περιφρονώντας κάθε διεθνή οδηγία, απαξιώνοντας κάθε διεθνή εμπειρία, αγνοώντας κάθε πάγια και κλασσική τακτική της Δημόσιας Υγείας, όπως επίσης παραβιάζοντας ακόμη και την κοινή λογική, επιχειρεί να αποπροσανατολίσει τη συζήτηση, την εύλογη αγωνία και την κριτική στους χειρισμούς που αφορούν την άρτια και ολοκληρωμένη πολιτική διενέργειας των τεστ.

«Δεν υπάρχει κανένα κρούσμα στην πολιτική προστασία που να μην ξέρουμε που ακριβώς βρίσκεται...», είπε, πανηγυρίζοντας το αυτονόητο. Δεδομένου όμως ότι η ιχνηλάτηση γίνεται αφού βρεθεί το κρούσμα, το βασικό είναι να βρεθούν κατ’ αρχήν τα κρούσματα, μέσω των μαζικών ελέγχων.

Οφείλει, λοιπόν, επιτέλους, να πάψει να παίζει με τη λογική των σκεπτόμενων «αγαπητών συμπολιτών» και να δώσει δημόσια μια ευθεία και σαφή απάντηση στο ερώτημα. Τι κάνει ακριβώς για να ανιχνεύσει τα κρούσματα που βρίσκονται στη κοινότητα;

Με δεδομένο ότι δεν υπάρχει ούτε ο κατάλληλος μηχανισμός, ούτε η υποδομή, αλλά και ούτε και η στρατηγική για την ανίχνευση και εξεύρεση των κρουσμάτων και με δεδομένο ότι τις περισσότερες φορές αντί να τα βρίσκει ο ΕΟΔΥ, βρίσκουν εκείνα τον ΕΟΔΥ, πως να θεωρήσει κάποιος την περιβόητη και πολυδιαφημιζόμενη διαδικασία ελέγχου του ΕΟΔΥ, ως ολοκληρωμένη και ικανοποιητική, όπως ο κος Χαρδαλιάς;

Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν δημιουργήθηκε ένα οργανωμένο δίκτυο ελέγχου της διασποράς του ιού στην κοινότητα (tests). Συνέπεια του στρατηγικού, οργανωτικού αυτού ελλείμματος είναι ακόμη και σήμερα να γίνεται σε επίπεδο κοινότητας καταγραφή ελάχιστων μόνο, μεμονωμένων κρουσμάτων που προσέρχονται στα νοσοκομεία λόγω συμπτωμάτων, ενώ η πλειονότητα τόσο των ασυμπτωματικών όσο και των ελαφρά πασχόντων παραμένει αδιάγνωστη.

Με μια λέξη αυτό σημαίνει υποδήλωση του πραγματικού αριθμού των κρουσμάτων στην κοινότητα, ψευδή επιδημιολογική εικόνα. Για παράδειγμα, η πρακτική συλλήβδην καταμέτρησης εισαγόμενων και εγχώριων κρουσμάτων αλλά και συλλήβδην καταμέτρησης διαγνωστικών test στις πύλες εισόδου με αυτά στην κοινότητα, βελτιώνει πλασματικά την εικόνα της διασποράς και των τάσεων αυτής, αφού εν τοις πράγμασι δεν γίνεται σήμερα επαρκής έλεγχος των κρουσμάτων στην κοινότητα.

Το αποτέλεσμα είναι τα στατιστικά μοντέλα που εκπονούνται από τους «ειδικούς» για τη χώρα μας να στηρίζονται σε εσφαλμένα πρωτογενή δεδομένα, τα οποία κοινοποιούνται και στους διεθνείς οργανισμούς, με συνέπεια να μην απεικονίζεται η πραγματική επιδημιολογική εικόνα και εν τέλει να μην δίνεται η δυνατότητα στις αρχές να κάνουν τη σωστή εκτίμηση κινδύνου και τέλος να υπονομεύεται η υγειονομική ασφάλεια τόσο των Ελλήνων πολιτών όσο και των επισκεπτών.

Προφανώς κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι ο ΕΟΔΥ κρύβει κρούσματα, αυτό όμως που είναι σαφές είναι ότι ο ΕΟΔΥ δεν έχει δημιουργήσει ακόμη δίκτυο διενέργειας επαρκών test στην κοινότητα με αναπόφευκτη συνέπεια την μη δυνατότητα ελέγχου της διασποράς του ιού και την κραυγαλέα υποδήλωση. Πέντε μήνες μετά την έναρξη της πανδημίας και ο ΕΟΔΥ δεν κατάφερε ακόμη να παρουσιάσει έναν αξιόπιστο και λειτουργικό πίνακα, αποδεικτικό των δραστηριοτήτων του, σαν κι αυτόν που είναι κλασσικός πλέον και που με διάφορες παραλλαγές αποτελεί στοιχείο της καθημερινής ρουτίνας σε άλλες χώρες.

Κόντρα στην πραγματικότητα, ο υπουργός Υγείας, Β. Κικίλιας, δήλωσε το περασμένο Σάββατο στο Σκάι: «....Είναι ο συνδυασμός testing, ελέγχου στα σύνορα, ιχνηλάτησης μετά στα περιστατικά και το κλίμα αν θέλετε το οποίο εμείς έχουμε, ο συνδυασμός όλων αυτών, δεν υπάρχει σε άλλες χώρες»!


Μέσα σε δευτερόλεπτα, δηλαδή, ο υπουργός Υγείας αποδόμησε στην κυριολεξία τη στρατηγική που είχε χαράξει ο κατά πολλούς, «στρατηγός» κος Σωτήρης Τσίοδρας και την οποίαν με «θρησκευτική ευλάβεια» εφάρμοσε και εξακολουθεί να εφαρμόζει ο ΕΟΔΥ.

Στρατηγική που στη συνέχεια επέτρεψε τη κατασκευή του κυβερνητικού success story. «Έλεγχος για ασθενείς με ήπια συμπτωματολογία και που δεν ανήκουν σε ομάδα αυξημένου κινδύνου δεν συστήνεται», έλεγε χαρακτηριστικά, καθώς δεν θεωρούσε τo test «επιδημιολογικά απαραίτητο».


Υπενθυμίζουμε ότι στις 16 Μαρτίου, ο Γενικός Γραμματέας του ΠΟΥ, δίνοντας σε απλά αγγλικά τις κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες, είπε: «Όπως λέω συνέχεια, όλες οι χώρες πρέπει να ακολουθήσουν μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση. Ωστόσο ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να εμποδίσετε την εξάπλωση της λοίμωξης και να σώσετε ζωές, είναι να σπάσετε τις αλυσίδες μετάδοσης και για να το πετύχετε αυτό θα πρέπει να κάνετε τεστ και να απομονώνετε .... Έχουμε ένα απλό μήνυμα να δώσουμε στον κόσμο : τεστ, τεστ, τεστ». Προφανώς το μήνυμα του Tedros Adhanom, δεν έχει σχέση με τα όσα ισχυρίζονταν ο κος Τσιόδρας, αν και συχνά επικαλούνταν διεθνείς οδηγίες.




Οι άνθρωποι λοιπόν που εξόρκισαν την στρατηγική των μαζικών ελέγχων με PCR, διά στόματος του ίδιου του υπουργού έρχονται τώρα να ισχυριστούν ότι η στρατηγική που επί μήνες καταδίκαζαν, ουδέποτε εφήρμοσαν και συνεχίζουν να απαξιώνουν στη πράξη, απετέλεσε βασικό στοιχείο μιας πρώιμης υποτιθέμενης επιτυχίας τους σε μια μάχη που μόλις ξεκίνησε και συνεχίζει να βρίσκεται σε εξέλιξη.

Η πραγματική εικόνα

Πως όμως απεικονίζεται με στοιχεία, η πραγματική εικόνα που ακολούθησε η στρατηγική του testing στη χώρα μας; Με βάση τα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους οι αρμόδιοι ελληνικοί φορείς και συγκεκριμένα ο ΕΟΔΥ, «δείγματα που έχουν ελεγχθεί στα συνεργαζόμενα με τον ΕΟΔΥ εργαστήρια: Από την 1η Ιανουαρίου 2020 μέχρι σήμερα, στα εργαστήρια που διενεργούν ελέγχους για τον νέο κορωνοϊό (SARS-CoV-2) και που δηλώνουν συστηματικά στον ΕΟΔΥ το σύνολο των δειγμάτων που ελέγχουν (θετικά και αρνητικά), έχουν συνολικά ελεγχθεί 436510 κλινικά δείγματα, εκ των οποίων τα 6202 (1.4%) ήταν θετικά στον κορωνοϊό (συμπεριλαμβάνονται και περισσότερα από ένα δείγματα ανά άτομο που ελέγχθηκε)».

Δυσκολεύεται κάποιος να βγάλει το συμπέρασμα ότι αυτό είναι το αποτέλεσμα κάποιας συγκροτημένης στρατηγικής αντίληψης και οργανωμένης πρακτικής, αν κρίνει κανείς από τη συχνότητα των εξαιρετικά μεγάλων μεταπτώσεων στο διάγραμμα. Τι σημαίνουν, παρόλα αυτά, για τον υπουργό τα στατιστικά στοιχεία από τον αριθμό των διενεργηθέντων τεστ και τον αριθμό των κρουσμάτων και πως με βάση αυτά εκτιμά την εξέλιξη της πανδημίας; «Εμείς μετράμε τους συμπολίτες μας που είναι στις ΜΕΘ και στις κλινικές του Covid και είναι ελέγξιμος ακόμη ο αριθμός», δήλωσε.


Δεν είναι όμως μόνο το πρώτο σκέλος της δήλωσης - βόμβα, του υπουργού. Είναι και το δεύτερο σκέλος εξίσου εμπρηστικό. «..όλος ο συνδυασμός όλων αυτών, δεν υπάρχει σε άλλες χώρες…»!. Επιτρέπεται να ακούγονται τέτοια λόγια από το στόμα υπουργού στη κυβέρνηση μιας χώρας; Αν ο υπουργός δεν γνωρίζει πως αντιμετωπίζουν οι άλλες χώρες την πανδημία, οφείλει να σιωπά. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δημιουργεί λάθος εικόνα στην ελληνική κοινή γνώμη, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα.

Οι άλλες χώρες κάνουν ακριβώς αυτό που περιγράφει, ενώ εμείς κάνουμε το αντίθετο από αυτό που περιγράφει. Ο ξένος τύπος είναι γεμάτος από πηχαίους τίτλους στα πρωτοσέλιδα, όπου μέσα από αυτούς οι υγειονομικές αρχές και οι κυβερνήσεις των χωρών καλούν τους πολίτες να υποβάλλονται σε μαζικούς ελέγχους, υποδεικνύοντάς τους τα σημεία ελέγχου, που είναι διάσπαρτα σε κάθε γειτονιά των πόλεών τους.




Μέχρι στιγμής οι αρμόδιοι περιορίζονται και εξαντλούν τις ενέργειές τους στην «με αυστηρότητα» τήρηση των μέτρων που τη μια μπαίνουν, την άλλη αποσύρονται, καθιστώντας μοναδικούς υπεύθυνους τους πολίτες και την ανώριμη συμπεριφορά τους.

Άμεση προτεραιότητα του ΕΟΔΥ, όμως, οφείλει να είναι έστω και καθυστερημένα η δημιουργία του κατάλληλου δικτύου διενέργειας διαγνωστικών test σε συγκεκριμένα σημεία αναφοράς, κατάλληλα κατανεμημένο γεωγραφικά, στα οποία θα μπορούν οι πολίτες να απευθύνονται, μετά από συνεχή, πλήρη ενημέρωση και τις σωστές υποδείξεις σχετικά με το ποιος μπορεί να θεωρείται ύποπτο κρούσμα, όχι μόνο με βάση τα συμπτώματα, αλλά και τις επαφές του (πχ μετά από συνωστισμό, ταξίδια, παραμονή του σε βεβαρυμένο επιδημιολογικό περιβάλλον κλπ). Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η διαδικασία αυτή και η συμμετοχή των πολιτών, κίνητρο θα αποτελούσε, η ανάληψη της πρωτοβουλίας από το επίσημο Κράτος, ώστε το εξεταζόμενο άτομο να μην επιβαρύνεται το κόστος των εξετάσεων.

https://tvxs.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Για πες