Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Τελικά υπάρχει αγορά εργασιών στα ελληνικά πανεπιστήμια;


Λάβαμε και δημοσιεύουμε κείμενο της Γεωργίας Δ., αναγνώστριας του «Ημεροδρόμου», που αφορά την αγοραπωλησία εργασιών στα πανεπιστήμια. Η Γεωργία Δ. δηλώνει «επισήμως άνεργη, ανεπίσημα εργάτρια-φάντασμα -μεταξύ άλλων και στη βιομηχανία αγοραπωλησίας εργασιών».

Ένα από τα πολυσυζητημένα θέματα της επικαιρότητας είναι η αγοραπωλησία εργασιών στα πανεπιστήμια. Αυτό το φαινόμενο δεν είναι ούτε καινούργιο, ούτε και άλλη μια εθνική πρωτοτυπία. Εντούτοις, είναι ένα φαινόμενο που ακολουθεί την ιστορική πορεία των κοινωνικών δραστηριοτήτων.

Μια πορεία που τον τελευταίο μισό αιώνα έχει μεταφέρει την πίστη στην πρόοδο από την εξορθολογισμένη παραγωγή, στον μετασχηματισμό κάθε κοινωνικής δραστηριότητας σε υλικά αγαθά προς κατανάλωση. Συνακόλουθα κάθε διάσταση του κοινωνικού μεταποιείται σε καταναλωτικό αγαθό, όπως η παιδεία και η εκπαίδευση.

Η αγοραπωλησία των εργασιών στον χώρο των πανεπιστήμιων αποτελεί ένα μόνο μέρος μιας ευρύτερης πρακτικής της εκπαιδευτικής πολιτικής που έχει υποταχθεί στο δόγμα του νεοφιλελευθερισμού. Η εκπαίδευση επενδύει σε έννοιες όπως το ανθρώπινο κεφάλαιο, η αξιολόγηση, η τεχνοκρατία, η κατάρτιση και φυσικά η αριστεία, ο ανταγωνισμός και ο ατομικισμός.

Αναπόφευκτα τα παραπάνω συνδέονται με την εμπορευματοποίηση και την ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης, σε βάρος της κοινωνικής διάστασης της παιδείας, όπου και θα πρέπει να αναζητήσει κανείς τα αιτία της αγοραπωλησίας. Προλαβαίνοντας τυχόν ενστάσεις ότι επιδιώκω τον εξωραϊσμό ή την ηθική εξιλέωση αυτής της διαδικασίας μέσα από ταξικά πρόσημα, να τονίσω ότι η επιδίωξη μου ως μετέχουσας στη «βιομηχανία εργασιών» είναι να φωτίσω ένα κομμάτι που τελεί χρόνια σε εκκωφαντική σιγή.

Εκκωφαντική, γιατί όπου και αν κοιτάξει κανείς, σε κολώνες και σε τοίχους -κύρια πανεπιστημιακών ιδρυμάτων-, βλέπει διαφημιστικά έντυπα «πανεπιστημιακών φροντιστηρίων». Υπάρχουν άραγε θεσμικοί κανόνες που διέπουν τη λειτουργία τους, και ποια να είναι τα δικαιώματα των εργαζομένων εκπαιδευτικών που παραδίδουν μαθήματα προπτυχιακού ή μεταπτυχιακού επιπέδου;

Μετά από εργώδεις προσπάθειες με ταξικά και αγωνιστικά συνδικάτα, αυτό που διαπιστώνεται είναι ένα θεσμικό κενό – με την ευθύνη και του συνδικαλιστικού κινήματος -. Η νομοθεσία για παράδειγμα αφορά στη μέση εκπαίδευση, επιτρέποντας στα πανεπιστημιακά φροντιστήρια να αλωνίζουν και να μεγεθύνουν τα κέρδη τους σε μια αγορά αφανή και με ανυπαρξία κρατικής μέριμνας, και με μειωμένα εργατικά αντανακλαστικά.

Η δε σιγή εύλογα προκύπτει από τη σιωπηλή «συναίνεση» όλων των μετεχόντων στην αγορά. Η σιγή, καταρχάς, υφαρπάζεται δια της συναίνεσης του καθηγητή [1], ο οποίος επιδιώκοντας συνεργασία με φροντιστήρια [2] εκβιάζεται στην εκπόνηση των εργασιών, όχι μόνο για να μπορέσει να ζήσει, αλλά και για να έχει μια κάποια επαφή με την επιστήμη του (χωρίς βέβαια να είναι όλοι επιστήμονες όσοι συνεργάζονται με τον χώρο). Εξάλλου ο εκβιασμός τελείται σε κάθε επίπεδο επαγγελματικής δραστηριότητας που έχει εντείνει το φάσμα του εφεδρικού στρατού των ανέργων, δημιουργώντας μια αρένα επιβίωσης.

Θα περίμενε, βέβαια, κανείς ότι λόγω της κρίσης η αγορά των εργασιών θα συρρικνωνόταν. Η εμπειρία μου στον χώρο μάλλον το αντίθετο διαπιστώνει. Η χήνα με τα χρυσά αυγά είναι αναμφισβήτητα το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο [3], το 19ο ΑΕΙ της χώρας. Εκτός από μια βόλτα στους δρόμους της πόλης, αρκεί μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο για να αποκαλυφθεί μια τεράστια αγορά που ευθαρσώς διαφημίζεται ως «υποστήριξη εργασιών/φοιτητών».

Τα παραπάνω, όπως ήδη ειπώθηκε δεν αποτελούν καινούργια πρακτική. Ωστόσο, η κανονικότητα που τείνει να επιβάλλει η αγορά είναι άνευ προηγουμένου. Τα φροντιστήρια ανά την Ελλάδα με λογική καρτέλ, έχουν επιβάλλει μια συγκεκριμένη τιμολογιακή πολιτική με ελάχιστες διαφοροποιήσεις.

Για παράδειγμα, μια προπτυχιακή εργασία ανθρωπιστικών σπουδών 2.500 λέξεων, πωλείται από το φροντιστήριο περίπου 80 ευρώ και η αμοιβή του καθηγητή είναι 40-45 ευρώ. Τα μέτρα πρόληψης των πανεπιστημίων περιορίζονται σε συστήματα plagiarism που εμποδίζουν τις λογοκλοπές, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να εντοπίσουν την αγορασμένη εργασία, ειδικά στις ανθρωπιστικές σπουδές που κάθε εργασία αποτελεί πρωτότυπο κείμενο. Εξαίρεση μόνο ελάχιστες περιπτώσεις, συνήθως κραυγαλέες όπως η πρόσφατη του Πανεπιστημίου Πατρών, καθώς –«δυστυχώς αυτοί πιάστηκαν» όπως σπεύδουν διεισδυτικά να παρατηρήσουν ορισμένοι.

Επομένως, ο μόνος που μπορεί να καταλάβει αν μια εργασία είναι αγορασμένη ή όχι είναι ο καθηγητής του πανεπιστημίου, εφόσον έχει τις προϋποθέσεις και τη θέληση να αναπτύξει μια ακαδημαϊκή σχέση.

Όμως ο καθηγητής, κακοπληρωμένος με πενιχρά μέσα (δεν εννοώ εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα, αλλά αντικείμενα όπως καρέκλες και τζάμια που να μην είναι σπασμένα), αλλά και σε περιπτώσεις ακόμα και απλήρωτος (όπως συμβαίνει κατά κόρον στα μεταπτυχιακά προγράμματα των ανθρωπιστικών σπουδών), αναζητεί συμπληρωματικό εισόδημα.

Και πάλι το ΕΑΠ, το 19ο ΑΕΙ της χώρας προσφέρεται για έξτρα απολαβές, είτε για μια καθηγητική εποπτεία 5 ετήσιων συναντήσεων και διόρθωση εργασιών / εξεταστικής, είτε για συγγραφή εγχειριδίων.

Κατά κοινή ομολογία στους ακαδημαϊκούς κύκλους -με φωτεινές εξαιρέσεις- το έργο που παράγεται είναι μη ποιοτικό, ενώ ενδεικτικό είναι ότι τα συγγράμματα σε πολλές περιπτώσεις είναι παρωχημένα, συνθήκες βέβαια που ουδόλως εκλείπουν στα «συμβατικά» πανεπιστήμια.

Παράλληλα, οι φοιτητές, εκπαιδευμένοι χρόνια στην παραπαιδεία, προτιμούν τον εύκολο δρόμο του φροντιστηρίου. Η αγορά είναι γεμάτη από δαύτα· δεκάδες μικρά, αλλά και ελάχιστα μεγάλα που συγκεντρώνουν το μεγάλο μερίδιο της εν λόγω αγοραστικής πίττας.

Αυτά μάλιστα εισάγουν και στην Ελλάδα το e-learning, με διάφορες ψηφιακές πλατφόρμες που παρέχουν ποικιλία εκπαιδευτικών πακέτων για να αγοράσουν οι πελάτες-φοιτητές. Στην πλατφόρμα αυτή, ο συνεργαζόμενος με το φροντιστήριο εκπαιδευτικός παράγει κανονικό διδακτικό έργο (κείμενα, μαθήματα μέσω διαδικτύου) που όμως δεν μπορεί να αποδείξει ως σχέση εργασίας, ενώ παράλληλα το φροντιστήριο τον εξαναγκάζει και σε παραίτηση από τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του με συμβάσεις έργου που υποκρύπτουν την πραγματική φύση της εργασίας. Υπάρχει φροντιστήριο μάλιστα που εμπορεύεται 24ωρη (!) και επταήμερη υποστήριξη των φοιτητών από τους συνεργαζόμενους καθηγητές -φαντάσματα.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ένα άτομο πούλησε μια εργασία και την αγοράσαν 100, οι οποίοι δεν μπήκαν καν στον κόπο να τη διαβάσουν. Αντίθετα, ο πυρήνας που αναζητούν αγωνιωδώς οι ιθύνοντες είναι μπροστά στα μάτια τους, καθώς ουδόλως κρυφός δεν είναι! Επιπρόσθετα, η επίρριψη ευθυνών σε φοιτητικές παρατάξεις αποτελεί μια επιπλέον αφορμή για να υποστηριχτεί το αφήγημα που προωθεί την άλωση τους και την αποπολιτικοποίηση του χώρου των πανεπιστημίων.

Εν κατακλείδι, όταν η ακαδημαϊκή σχέση έχει ως διαμεσολαβητή την αγορά και στόχο το ατομικό κέρδος, τότε φαινόμενα όπως η αγοραπωλησία εργασιών, οι ευνοϊκές βαθμολογίες ημετέρων, τα «βολέματα» σε ερευνητικά προγράμματα, οι εξετάσεις με ύλη το σύγγραμμα του καθηγητή κ.λπ., δεν πρόκειται να εκλείψουν, ενώ κάποιοι θα συνεχίσουν να πέφτουν από τα σύννεφα. Ή ακόμα καλύτερα θα αναζητούν ως αντικείμενο της συζήτησης ιταμές επικλήσεις, όπως για παράδειγμα αιτιολογήσεις που ανατρέχουν (;) στον Μαρξ, όταν επιζητούν δικαιοσύνη και χώρο στην ελπίδα.

Η δικαιοσύνη, όμως, δεν δομείται με τσιτάτα και πολιτικά μπαλώματα. Δομείται στις κοινωνικές διαστάσεις και στην κριτική ανάλυση τέτοιων φαινομένων. Και αν μου επιτρέπει η ΔΑΠ να παραπέμψω (ορθά) στον Μαρξ, απλώς να θυμίσω ότι: «Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, οι άνθρωποι εισέρχονται σε σχέσεις καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέλησή τους, σε σχέσεις παραγωγής, οι οποίες αντιστοιχούν σε μια καθορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων…. Ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής καθορίζει γενικά την κοινωνική, πολιτική και πνευματική διαδικασία της ζωής. Δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το είναι τους, αλλά, αντίστροφα, το κοινωνικό τους είναι καθορίζει τη συνείδησή τους»[4].

[1] Προσφιλής τακτική των τελευταίων ετών είναι να απαλείφονται τα γένη από τις λέξεις και να αντικαθίστανται από σύμβολα τύπου @ (π.χ. καθηγητ@). Ωστόσο, μιας και αυτό αποτελεί κείμενο άποψης να αναφέρω ότι η αλλαγή της γλώσσας και των συμβόλων της δεν αλλάζει τον τρόπο που συντελούνται οι κοινωνικές σχέσεις.

[2] Καθώς πλέον δεν ισχύει το γνωστό graffiti στο Πάντειο: «Κουβάλα τον προτζέκτορα, μπας και σε κάνω λέκτορα»

[3] Το οποίο, ενώ ταυτίζεται με τον Γιώργο Παπανδρέου, ωστόσο αποτελεί ένα από τα σημεία τεχνοκρατικής μεταρρυθμιστικής εκσυγχρονιστικής πολιτικής του Γ. Αρσένη που κληροδότησε στους ομολόγους του. Να τονιστεί εδώ ότι, το ΕΑΠ είναι ένα πανεπιστήμιο που η καταστατική του ευελιξία, το καθιστά πιο ευάλωτο στις δυνάμεις της αγοράς. Αυτό δεν σημαίνει, ότι δεν υπάρχει το όραμα και η θέληση φοιτητών και καθηγητών να υπερβούν τα εμπόδια της καθημερινότητας και να αναζητήσουν δρόμο για μόρφωση σε μεταγενέστερο στάδιο της ζωής τους.

[4]Κ. Μαρξ, «Πρόλογος» στο Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, μτφρ. Χρ. Μπαλωμένος, Αθήνα εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2010, σελ. 19.
http://www.imerodromos.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια: