Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Τα πιόνια του Αυγούστου


του ΑΝΔΡΕΑ ΔΕΝΕΖΑΚΗ
Αύγουστος. Ωρες ξεγνοιασιάς και απόδρασης που μερικές φορές απλόχερα προσφέρουν οι καλοκαιρινές διακοπές. Κάπου στα Δωδεκάνησα που προσπαθούν να ξεχάσουν τα προβλήματά τους, παλιά και καινούργια, τον σεισμό, τις αερομαχίες, το προσφυγικό, τα γενικά και οικονομικά προβλήματα…
 Ο μεγάλος Αλεξανδρινός  ύμνησε, με ένα από τα 75 κρυμμένα ποιήματά του, έναν από τους δρόμους που σε οδηγούν, μια μικρή απόδραση, σε κόσμους μαγικούς. Και ιδιαίτερα το πιόνι, εκείνον το ταπεινό στρατιώτη, τον ανώνυμο μαχητή, που τελικά είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής των μεγάλων αγώνων.

Το πιόνι

Πολλάκις, βλέποντας να παίζουν σκάκι,
ακολουθεί το μάτι μου ένα Πιόνι
οπού σιγά-σιγά τον δρόμο βρίσκει
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.
Με τέτοια προθυμία πάει στην άκρη
οπού θαρρείς πως βέβαια εδώ θ’ αρχίσουν
οι απολαύσεις του κ’ οι αμοιβές του.
Πολλές στον δρόμο κακουχίες βρίσκει.
Λόγχες λοξά το ρίχνουν πεζοδρόμοι·
τα κάστρα το χτυπούν με τες πλατειές των
γραμμές· μέσα στα δυο τετράγωνά των
γρήγοροι καβαλλάρηδες γυρεύουν
με δόλο να το κάμουν να σκαλώσει·
κ’ εδώ κ’ εκεί με γωνιακή φοβέρα
μπαίνει στον δρόμο του κανένα πιόνι
απ’ το στρατόπεδο του εχθρού σταλμένο.
Aλλά γλιτώνει απ’ τους κινδύνους όλους
και στην υστερινή γραμμή προφθαίνει.
Τι θριαμβευτικά που εδώ προφθαίνει,
στην φοβερή γραμμή την τελευταία·
τι πρόθυμα στον θάνατό του αγγίζει!
Γιατί εδώ το Πιόνι θα πεθάνει
κ’ ήσαν οι κόποι του προς τούτο μόνο.
Για την βασίλισσα, που θα μας σώσει,
για να την αναστήσει από τον τάφο
ήλθε να πέσει στου σκακιού τον άδη.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ, 1894, Τα ανέκδοτα
Και βέβαια υπάρχει πάντα ο τρελός που ξέρει μόνο σε ένα χρώμα να πηγαίνει και το κάλεσμα του Μανόλη Αναγνωστάκη, μετά τον Εμφύλιο, την πίκρα της ήττας και τη συνέχεια της ΑντίστασηςΕλα να παίξουμε…

Τὸ σκάκι

Ἔλα νὰ παίξουμε…
Θὰ σοῦ χαρίσω τὴ βασίλισσά μου
Ἦταν γιὰ μένα μιὰ φορὰ ἡ ἀγαπημένη
Τώρα δὲν ἔχω πιὰ ἀγαπημένη
Θὰ σοῦ χαρίσω τοὺς πύργους μου
Τώρα πιὰ δὲν πυροβολῶ τοὺς φίλους μου
Ἔχουν πεθάνει ἀπὸ καιρὸ
πρὶν ἀπὸ μένα
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
Ὁ βασιλιὰς αὐτὸς δὲν ἤτανε ποτὲ δικός μου
Κι ὕστερα τόσους στρατιῶτες τί τοὺς θέλω!
Τραβᾶνε μπρὸς σκυφτοὶ δίχως κἂν ὄνειρα
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Ὅλα, ὅλα, καὶ τ᾿ ἄλογά μου θὰ στὰ δώσω
Μονάχα ἐτοῦτο τὸν τρελό μου θὰ κρατήσω
ποὺ ξέρει μόνο σ᾿ ἕνα χρῶμα νὰ πηγαίνει
δρασκελώντας τὴν μίαν ἄκρη ὡς τὴν ἄλλη
γελώντας μπρὸς στὶς τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στὶς γραμμές σου ξαφνικὰ
ἀναστατώνοντας τὶς στέρεες παρατάξεις
Ἔλα νὰ παίξουμε…
Κι αὐτὴ δὲν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα…
ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, 1954
από ημεροδρόμος

Δεν υπάρχουν σχόλια: