Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

«Θυμάσαι πατέρα;»


Αυτή τη χρονιά εγώ τελείωνα το σχολείο. Το μέλλον μου είχε προαποφασιστεί και εξασφαλιστεί. Ο πατέρας θα με ρόγιαζε τσοπάνο σ’ έναν τσέλιγκα που’ χε το κοπάδι πέρα στο λιβάδι.
Αυτή ήταν η φυσική κι ευτυχισμένη κατάληξη για το δεύτερο αρσενικό παιδί μιας μεγάλης φαμελιάς. Θα έμενα ρογιασμένο σε ξένο κοπάδι μέχρι τη χρονιά που ο μεγαλύτερος γιος, ο δεύτερος άντρας της οικογένειας μετά τον πατέρα, θα ετοιμαζόταν για το στρατό. 


Τότε εγώ θα’ ρχόμουν πίσω στο χωριό, στα δικά μας ζωντανά, στα χωράφια, στις άλλες δουλειές μαζί με τον πατέρα, ενώ τη θέση μου στο ρόι θα την έπαιρνε ο μικρότερος. Αυτή ήταν η θεϊκή ροή των πραγμάτων στη μικρή μας κλειστή κοινωνία και τίποτα δεν μπορούσε να την αλλάξει.
Ο μόνος άνθρωπος με δικαίωμα να έχει διαφορετική γνώμη, και μάλιστα ν’ ακούγεται με σεβασμό, ήταν ο δάσκαλος, ο κύριος του χωριού μας, ο άνθρωπος που είχε σχεδόν σιωπηλά εξοριστεί εδώ πάνω από πολλά χρόνια. Δεν ήταν δα και πολύ εθνικόφρονας, μίλαγε πολύ για την κατάντια του Έθνους, την αθλιότητα και τον ταξικό χαρακτήρα της παιδείας, τη ζωώδη κατάσταση που ζούσαμε εμείς στο χωριό. Είχε γίνει σχεδόν ένα με τους ανθρώπους του βουνού και της αγριάδας. Τους πόναγε.
«Γιάννο, είναι καλός μαθητής, φέρνει βόλτες το μυαλό του. Διώξ’ το απ’ το χωριό, δε θα χαθεί αυτό».
Κάθονταν στην αυλή του σπιτιού μας με τον πατέρα αντικριστά στα πεζούλια. Η μάνα τούς είχε κεράσει κιόλας το τρίτο τσίπ’ ρο. Είχε έρθει σπίτι επί τούτου.
«Μα, κυρ δάσκαλε, χαϊβάνι είναι, πού θα πάει αυτού κάτ’ στις πολιτείες, θα χαθεί».
«Να πας να του βρεις δουλειά, να του βρεις κάμαρη να βάλει μέσα το κεφάλι του, να τον μάθεις τη στράτα δουλειά – σπίτι – δουλειά να μη χαθεί κι αυτό θα τα βολέψει. Παρεκότερα το γράφεις και στο σχολείο, θα το βοηθήσω κι εγώ, ξέρω κόσμο καλό, δικό μας, εκεί κάτω».
«Δεν έχω λεφτά, δάσκαλε».
«Να το γράψεις στο νυχτερινό και να δουλεύει τη μέρα. Ίδια γράμματα θα μάθει».
«Θυμάσαι πατέρα;»
«Θυμάσαι πατέρα;»
Γενική αναστάτωση έπεσε στο σπίτι μας. Τα λόγια του δάσκαλου έφεραν τα πάνω κάτω. Κλάματα η μάνα, κλάματα η βαβά, κλάματα όλα τα παιδιά. Ποτέ κανένας, ούτε μικρός ούτε μεγάλος, δεν έφυγε απ’ το χωριό μας για να ζήσει αλλού, μονάχα φαντάροι και πάλι πίσω. Τι επανάσταση ήταν αυτή; Πώς χάλαγε έτσι η σειρά και η τάξη στα πράματα;
«Τι θα πει ο κόσμος, Γιάννου μ’, δεν έχουμε να το ταΐσουμε το χαϊβάνι και το διώχνουμε να γκιζιράει στα ξένα», έλεγε και ξανάλεγε η μάνα μέσα απ’ τα κλάματα. «Θα μας κάψει ο Θεός, θα πεθάνω απ’ το σεκλέτι».
«Να χέσω τον κόσμο όλο γ’ ναίκα. Εγώ δε στεναχωρεύομαι; Άσ’ το να πάει παραπέρα, να ιδεί τη ζωή πώς είναι, πώς ζουν οι άνθρωποι, και τέλος, αν δεν του αρέσει, γυρίζει πίσω. Το χωριό δε φεύγει από δω».
Μια αόρατη συνομωσία άρχισε να ξετυλίγεται στο σπίτι μας. Κουβέντα δεν ξανακούστηκε γι’ αυτό το ζήτημα[…]
ΜΠΗΚΑΜΕ ΣΤΟ ΘΕΡΙΣΤΗ. Έκλεισε το σχολείο, πήραμε το απολυτήριο κι όταν μας χαιρέτησε ο δάσκαλος, μου’ δωσε ένα σημείωμα: «Όταν σε φέρει ο πατέρας σου κάτω, να’ ρθεις δω που γράφει το χαρτί να με βρεις».
Αναθάρρησα. Το είχα πάρει απόφαση. Δε θα έφευγα απ’ το χωριό.
«Εσύ, πιδάκι μ’ τι λες;» με ρώτησε ξαφνικά ο πατέρας.
Ένιωσα το Θεό να βροντάει και ν’ αστράφτει πριν από μπόρα. Ήταν βράδυ, είχαμε πέσει να κοιμηθούμε στο χωράφι – στα τσαΐρια – και βλέπαμε τ’  αστέρια. Οι άντρες αποβραδίς πήγαιναν για ύπνο στα χωράφια, για να μπορούν με τη δροσιά να κόβουν βούρλα απ’ τα κοντινά ρέματα, να τα κάνουν χεροβολιές για να δέσουν τα δεμάτια όταν θέριζαν.
«Θέλεις να φύγεις απ’ το χωριό, πιδάκι μ’;»
Μου είχε κοπεί η ανάσα. Πόσες φορές δεν είχα ονειρευτεί πως φεύγω γι’ άλλους τόπους, να ζήσω μ’ άλλους ανθρώπους, άλλη ζωή από τούτη που’ χαμε στο χωριό μας. Πόσες φορές τ’ απογεύματα, άμα φύλαγα τ’ αρνιά, σαν έπαιρνε να γείρει ο ήλιος, καθόμουν στην κορφή στο δάσος, κοντά στο παλαβόρεμα, κι αγνάντευα ίσια κάτω στον κάμπο κι έβλεπα τα τρένα να περνούν αφήνοντας καπνό και σφυρίζοντας και νόμιζα ότι ο αέρας έφερνε το αγκομαχητό τους στ’ αυτιά μου άμα έπαιρναν τον ανήφορο. Πόσες φορές, μέσα σε κείνη την ησυχία, ακίνητος, συνεπαρμένος όπως έβλεπα τον ήλιο να κοκκινίζει ολότελα, να φοράει τα βασιλικά χρώματα του βασιλέματος, να τ’ απλώνει στον ορίζοντα απ’ άκρη σ’ άκρη και να χάνεται πίσω απ’ τ’ Άγραφα, δεν έκανα τρελές σκέψεις γι’ αυτή την άλλη ζωή. Πόσες φορές δεν αναρωτήθηκα πώς να’ ναι τάχα οι άνθρωποι εκεί. Τα σπίτια, οι στράτες, οι κούρσες, τα βουνά, τα ισιώματα.
Ο πατέρας μού είχε υποσχεθεί πως κάποια μέρα θα με έπαιρνε μαζί του στο παζάρι, στην πόλη, να πάμε να πουλήσουμε τα πουρνάρια, και μετά θα με έπαιρνε απ’ το χέρι να πάμε για ψώνια και θα με πέρναγε από κει που είναι οι μεγάλες οι κούρσες να τις δω, από κει που πουλάν παιχνίδια για παιδιά με πλούσιους πατεράδες, θα έβλεπα τα μαγαζιά που πουλάνε απ’ όλα τα καλούδια που θέλει ο άνθρωπος για να ζήσει, το τσαγκαράδικο, το ραφτάδικο, το κουρείο – εδώ οι άντρες δεν κουρεύονται μεταξύ τους, όπως στο χωριό – το μαγαζί που μαγειρεύει φαΐ και παν οι άνθρωποι και τρώνε, εκεί που δίνει λεφτά δανεικά το κράτος, στα βουλευτάδικα, που παν οι άνθρωποι και κάνουν τη δουλειά τους με μέσο, άμα δεν μπορούν αλλιώς. Και πού δε θα με πήγαινε! Κι άμα τελειώναμε, θα μου έπαιρνε ψωμί χασ’ κοφαρίνα, που’ ναι σαν αφρός, και χαλβά και πράσα, και θα μ’ έβαζε καβάλα στ’ άλογο κι εγώ θα’ τρωγα σ’ όλη τη στράτα μέχρι το χωριό κι αυτός θα γύριζε να με κοιτάζει κάθε τόσο που θα τρώω σαν λιμασμένος κι όλο θα με ρωτάει: «Σ’ αρέσει, πιδάκι μ’ ;» Κι εγώ με μπουκωμένο το στόμα θα λέω «Ναι, ναι» κι αυτός θα γυρίζει πάλι μπροστά κι ίσως να δακρύζει κιόλας, γιατί θα με βλέπει τόσο ευτυχισμένο με μια φραντζόλα ψωμί χάσ’ κο, με τριάντα λεπτά και δυο πράσα. Μια ευτυχία «τοσηδά», που δεν μπορεί να μας την προσφέρει κάθε μέρα και σ’ όλα τα παιδιά του, γιατί αυτή η ευτυχία έχει αξία τουλάχιστον ίση μ’ ένα φόρτωμα πουρνάρια, ίση με την αξία για το λάδι, τη ζάχαρη, το ρεβίθι καφέ και μήλα πολλά και πορτοκάλια. Αυτά τα έπαιρνε πολύ φτηνά. Όταν τέλειωνε το παζάρι και τους έμεναν απούλητα, οι έμποροι τα έδιναν στους γουναράδες με το ένα τέταρτο της τιμής. Τότε ο πατέρας, που παραφύλαγε σε κάποια άκρη, έδινε δυο τρεις δραχμές και γιόμιζε ένα μεγάλο δισάκι κάργα, μέχρι και στις τσέπες έβαζε, κι είχε μεγάλη χαρά όταν έφτανε στο σπίτι κι εμείς μαζευόμασταν όλα γύρω του, να τα αδειάζει στην αυλή, κάτω στις πλάκες, και κοιτάζοντας τη μάνα μας έλεγε: «Φάτε, γαμώ το σταύρωμά σας, φάτε όσα θέλετε». Πανηγύρι για μας, ίσα που κάναμε πως τα σκουπίζαμε στα πατατούκια και τα κατασπαράζαμε. Αλλά ακόμα δεν τήρησε την υπόσχεσή του, δε με πήγε.
«Δεν άκουσες, πιδάκι μ’ ;» με ξαναρώτησε.
«Άκουσα, πατέρα».
Γύρισε και με κοίταξε στα μάτια με μια αγωνία…Ποτέ δεν κατάλαβα τι ακριβώς ήθελε να του απαντήσω.
«Θυμάσαι πατέρα;»
«Θυμάσαι πατέρα;»
«Θέλω», του απάντησα με φόβο γι’ αυτό που έλεγα.
Με κοίταξε λίγο ακόμα, πέρασε απαλά το μπράτσο του κάτω απ’ το κεφάλι μου, το’ βαλε προσκεφάλι, με τράβηξε κοντά του και μέχρι που με πήρε ο ύπνος δεν είπαμε κουβέντα.
Ήξερα ότι ήθελε να φύγω. Δεν τον ένοιαζε αυτόν τι θα έλεγε ο κόσμος, πράγματι τον είχε χεσμένο όταν είχε σχέση με τη φαμελιά του. Είχε αγωνία μοναχά για το τι θα κάνω, μπας και μπλέξω και χαθώ και καταντήσω αλήτης και γυρνάω στις στράτες δώθε κείθε.
Σε λίγες μέρες, χωρίς πολλές κουβέντες, κατέβηκε στην πόλη κι αντάμωσε ένα μακροξάδερφό του και του ζήτησε βοήθεια για να μου βρει δουλειά και κάμαρη και τον έβαλε να του ορκιστεί πως θα με πρόσεχε, αν τελικά πήγαινα, για να μην πάρω τον κακό δρόμο. Εκείνος, παμπόνηρος, μυρίστηκε ψητό και συμφώνησε – όχι βέβαια γιατί θυμήθηκε πως στα χρόνια της Κατοχής, που τον πέρναγαν οι αντάρτες πιστάγκωνα δεμένο μέσα απ’ το χωριό να τον πάνε για δίκη, έτρεξε η μάνα και του΄δωκε ψωμί και τυρί, ούτε βέβαια γιατί τον ένοιαζε για μένα. Συμφώνησε γιατί ο πατέρας του’ ταξε ότι θα του έφερνε πολλά πράματα, φασόλια, τυρί, βούτυρο, που τα στερούσε ο δόλιος απ’ τα παιδιά του. Θα τα έφερνε σ’ αυτόν, μόνο και μόνο για να με προσέχει μη γίνω αλήτης. Κι εγώ θα του’ δινα εξήντα δραχμές το μήνα νοίκι, μια και θα κοιμόμουνα στο ράντζο, σε μια κουζίνα, μαζί με το ένα παιδί του. Κι αυτός θα με τάιζε όποτε τύχαινε να’ μαι σπίτι κι αυτοί θα κάθονταν να φαν. Μια υπόσχεση χωρίς αντίκρισμα…Ήξερε πολύ καλά ότι  όταν αυτοί κάθονταν στο τραπέζι εγώ ήμουν στη δουλειά, στο μεροκάματο των πέντε δραχμών, έξω μια δραχμή για το ΙΚΑ – καθαρά τέσσερις – δηλαδή εκατό δραχμές το μήνα κι απ’ αυτές οι εξήντα για το ράντζο στον «άγιο» μπάρμπα, να με προσέχει μη γίνω αλήτης, όταν παιδιά απ’ άλλα χωριά ολόκληρη κάμαρη τη νοίκιαζαν τριάντα ή το πολύ σαράντα δραχμές το μήνα[…]
Δεν είχε χαράξει καλά όταν κινήσαμε. Σε τρεις ώρες φτάσαμε στην πρώτη πολιτεία. Έξω στους μύλους ο πατέρας έδεσε το άλογο, με πήρε απ’ το χέρι και κινήσαμε για τα λεωφορεία. Κόσμος πολύς και φασαρία. Έβγαλε τα εισιτήρια, μπήκαμε μέσα. Βρώμαγε σαν σβησμένος λύχνος. Ξεκίνησε. Η στράτα όλο στροφές. Άρχισα να ξερνάω. Μετά από δυο ώρες φτάσαμε. Εγώ ήμουν πεθαμένος απ’ το ξερατό και τη ζαλάδα κι άμα πάτησα στη στράτα, που ήταν ίσια και γυαλιστερή, όλο με μπέρδευε και παραπατούσα.
Φτάσαμε στο μαγαζί που θα έπιανα δουλειά. Κείνος ο άνθρωπος είχε πολλά βιβλία στους τοίχους και τετράδια κι άλλα χαρτιά, είχε φορεμένα ματογυάλια, με κοίταζε ώρα πολλή πάνω κάτω.
Δε φαινόταν καλός άνθρωπος, καταδεχτικός. Γύρισε κατά τον πατέρα:
« Κύριε…πώς σας λένε είπαμε;»
« Γιάννο».
«Λοιπόν. κύριε Γιάννο, πολύ βλαχαδερό είναι το παιδί σου. Μάλλον δεν κάνει για τη δουλειά μου. Αλλιώς μου τα είπε ο συγγενής σας. Τέλος πάντων, ας μείνει λίγες μέρες και βλέπουμε».
Ο πατέρας δαγκώθηκε, αλλά κουβέντα δεν είπε. Με πήρε παράμερα:
«Να τον ακούς, πιδάκι μ’ . Το βράδυ θα’ ρθει ο μπάρμπας σ’ να σε πάρει σπίτι».
Έσκυψε και με φίλησε. Ήταν σίγουρα η πρώτη φορά που φίλαγε μεγάλο παιδί. Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Εγώ στεκόμουνα ορθό με τον ντουρβά στον ώμο. Μπήκε μια γυναίκα που μύριζε όχι σαν τη μάνα μου αλλά αλλιώτικα. Μ’ έβλεπε περίεργα:
«Τι είναι αυτό, καλέ κύριε Κίμων;»
Αυτός γέλασε:
«Μου το ‘φεραν για το μαγαζί».
«Τς…τς…τς…» έκανε η κυρία σαν να ‘κλανε κότα.  «Καλέ, θα σου βρωμίσει τα βιβλία αυτό».
Γέλασαν κι οι δύο. Δεν κατάλαβα γιατί.
«Βγάλε, παιδί μου, αυτό το πράμα απ’ τον ώμο σου».
Το ‘βγαλα και το κρατούσα στην αγκαλιά. Ήταν η προίκα μου και το φαΐ μου.
«Άφησέ το εκεί στη γωνιά, κάτω».
Το άφησα.
«Ξέρεις να σκουπίζεις;»
«Ξέρω, μπάρμπα».
«Μπαρμπαριά και Τούνεζι, ζώον! Πάρε αυτή τη σκούπα και πήγαινε κάτω στο υπόγειο να ρίξεις λίγο νερό, να μη σηκώνεις σκόνη, και σκούπισε».
«Καλά, μπάρμπα».
Γρήγορα γρήγορα άρχισα και τέλειωσα. Ήξερα από σκούπισμα, πολλές φορές τα μαντριά εγώ τα σκούπιζα με το σάρμα. Ανέβηκα πάνω.
«Τώρα κλείνουμε για μεσημέρι», μου λέει, «να πας σπίτι σου και στις πέντε να’ σαι απ’ έξω».
«Καλά», είπα.
Χωρίς άλλη κουβέντα άρπαξα τον ντουρβά κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Με το που βρέθηκα στο δρόμο, σταμάτησα τον πρώτο περαστικό:
«Μπάρμπα, πού είναι τα λεωφορεία;»
Μου έδειξε. Έφυγα τρέχοντας, δεν ήταν μακριά. Θαύμα είναι πώς δε με χτύπησε αυτοκίνητο. Πέρναγα τα στενά χωρίς να βλέπω ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Έφτασα στην πλατεία του Λαού, στα λεωφορεία. Γύρω γύρω όλη η πλατεία, καρέκλες και πεζοδρόμια ήταν γεμάτα κόσμο. Μια κομπανία από οργανοπαίχτες, γύφτους και χαλκιάδες, έπαιζε κάτω απ’ τον πλάτανο σιγανά σιγανά διάφορους σκοπούς, περιμένοντας κι αυτοί το λεωφορείο για να πάνε σε κάποιο απ’ τα πανηγύρια, που είχαν πολλά απ’ τα χωριά του κάμπου. Τον είδα. Καθόταν στο πεζοδρόμιο, είχε ανασηκωμένη την τραγιάσκα του και το σακάκι ριγμένο στον ώμο. Κάπνιζε, κοίταζε ίσια μπροστά του χωρίς να βλέπει τίποτα. Σκεφτόταν πως ένα κομμάτι απ’ το κορμί της φαμελιάς του κόπηκε σήμερα κι έμεινε στα ξένα μοναχό. Ήταν λυπημένος.
«Πατέρα!»
Αναπήδησε:
«Τι είναι, πιδάκι μ’…έφυγες;»
Μου φάνηκε σαν να χάρηκε όταν το είπε. Δε μίλησα, τον κοίταξα στα μάτια.
«Όχι. Έκλεισε το μαγαζί μέχρι τις πέντε».
Μ’ έσφιξε δυνατά:
«Έφαγες, πιδάκι μ’ ;»
«Όχι».
Έβγαλε απ’ τον ντουρβά ψωμί, τυρί κι από ένα χαρτί χαλβά που ‘χε για το χωριό. Αρχίσαμε να τρώμε χωρίς να μιλάμε. Τα όργανα έπαιζαν ή μάλλον αυτοσχεδίαζαν. Ο γερο – χαλκιάς κένταγε με το κλαρίνο και τα τσίπ’ ρα έρχονταν το ‘να μετά το άλλο στο τραπέζι.
«Λεοντάρι, Ανάβρα, Αγόριανη, Σοφάδες, Αβαρίτσα…Το λεωφορείο φεύγει. Περάστε, περάστε!» σχεδόν ούρλιαξε ένας χοντρός εισπράκτορας, καταϊδρωμένος, που σιχτίριζε την κοινωνία που’ χε γίνει εισπράκτορας κι όχι στρατηγός.
«Σε δέκα λεπτά φεύγει».
Πρώτα σηκώθηκαν τα όργανα, πήραν τα μπουκάλια με το τσίπ’ ρο μαζί.
«Περάστε. Τα πράματα δεξιά, για τη σκάλα, να παν απάνου. Ό,τι στάζει, ό,τι λερώνει, στην αγκαλιά σας, βλαχαδερά!» ούρλιαξε πάλι ο χοντρός κι άρχισε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα για τον ουρανό του λεωφορείου.
«Πιδάκι μ’, πρέπει να πααίνω», με χάιδεψε στο κεφάλι.
Πήρα τον ντουρβά στα χέρια. Με κοίταξε. Ανέβηκε στο λεωφορείο. Η θέση του ήταν σε παραθύρι ανοιχτό, έβγαλε το χέρι του και μετά το κεφάλι. Πήγα κοντά, από κάτω του.
«Πιδί μ’, φτωχοί άνθρωποι’ μεις, με τον φτωχό και τον πονεμένο κολιγιά είμαστε, μην τον αδικήσεις, μην του κλέψεις το ψωμί απ’ το χέρι, μη βάλεις αμανάτι τον εαυτό σου για το καλύτερο που δεν είναι θ’ κό σ’. Ό,τι φκιάνουν τα χέρια σ’, αυτό είναι το καλό. Μην το πάρεις απ’ τα χέρια τ’ αλλουνού που’ ναι αδύναμος και μην ξεχάσεις να κεράσεις τον φίλο που δεν πρόκοψε όπως εσύ…» Τα μάτια του ήταν υγρά, λυπημένα: «Να ‘ σαι καλό παιδί…»
«Θα’ μαι, πατέρα».
«Φεύγουμε!» ούρλιαξε πάλι ο χοντρός.
Τα όργανα έπαιξαν δυνατά. Ο οδηγός είχε πιεί τα τσίπ’ ρα του και χτύπαγε τα χέρια στο ρυθμο του κλαρίνου. Έβαλε μπροστά το λεωφορείο.
«Άιντε, πιδί μ’, φεύγω. Το Σάββατο θα’ ρθω πίσω να σε ιδώ».
Άρχισα να κλαίω με αναφιλητά. Ο κόσμος μεγάλωνε απότομα, μ’ έκλεινε μέσα του, με φυλάκιζε κι εγώ μίκραινα. Το λεωφορείο ξεκίνησε. Εκείνος με κοίταγε απ’ το παραθύρι. Τα όργανα έπαιζαν δυνατά κι άρχισα να τρέχω πίσω απ’ το λεωφορείο. Εκείνος κούναγε το χέρι του χαιρετώντας με. Άρχισα να φωνάζω:
«Θυμάσαι πατέρα;»
«Θυμάσαι πατέρα;»
«Πατέρα…πατέρα…Πάρε με πίσω στο χωριό…Πατέρα…»
Άπλωνα το χέρι μου. Εκείνος κούναγε το δικό του χαιρετώντας με. Τα όργανα δυνάμωναν και δε μ’ άκουγε.
«Πατέρα, μη μ’ αφήνεις μοναχό εδώ, πατέρα…»
Το λεωφορείο έστριψε. Απόστασα. Έκατσα σ’ ένα πεζούλι στην άκρη στο πεζοδρόμιο μοναχός. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Τους κοίταζα. Κανένα δεν ήξερα. Κανένας δε μου έλεγε καλημέρα. Άνοιγμα δεν έβλεπα πουθενά. Όλο μεγάλα σπίτια. Πώς παίρνει ανάσα ο κόσμος εδώ; Σηκώθηκα. Έφκιαξα τον ντουρβά με τα προικιά μου, που τον είχα κρεμασμένο στον ώμο, και κοίταξα το δρόμο το φαρδύ προς τα κάτω. Μπροστά ξανοιγόταν η πολιτεία, η νέα μου ζωή, οι καινούριοι άνθρωποι…Εδώ πρέπει να ζήσω, χωρίς τους δικούς μου, εδώ πρέπει να βρω τους καλούς ανθρώπους να κάνω μαζί τους κολιγιά. Σ’ αυτούς να πω το λόγο τον γκαρδιακό, αλλά πώς να τους γνωρίσω, εδώ κανένας δεν ακούει τον άλλον, ο σαματάς είναι δυνατός και σκεπάζει τις φωνές.
Βλέπω από πάνω να έρχονται κάτι άνθρωποι εργατικοί. Είναι στη γραμμή. Ήταν πολλοί μαζί. Φωνάζουν δυνατά. Είχαν κόκκινα πανιά δεμένα σε ξύλα. Λένε για ψωμί, για δουλειά, για φτώχεια, για δημοκρατία.
«Όταν οι άνθρωποι είναι αντάμα», έλεγε ο πατέρας, «είναι δυνατοί».
Πέρναγαν από μπροστά μου. Ήταν γεροί άνθρωποι. Εγώ σηκώθηκα και τους κοίταζα.
«Από πού είσαι εσύ, παιδί μου;» με ρωτάει ένας.
Του είπα το χωριό. Χαμογέλασε.
«Κοντοχωριανοί είμαστε. Εγώ είμαι απ’ τη Χιλιαδού» μου λέει.
Να που βρήκα πατριώτη άνθρωπο και μου μιλάει, τον πήρα από κοντά δίπλα απ’ τη γραμμή. Στην στράτα τον ρωτάω:
«Γιατί κρατάς αυτό το κόκκινο πανί, μπάρμπα;»
«Είναι το αίμα μου, παιδί μου.»
Με κοίταξε ίσια στα μάτια κι άλλη λέξη δεν είπε, ήταν σαν με κάρφωσε με μαχαίρι.
Παρακάτω τους περίμεναν κι άλλοι εργατικοί άνθρωποι και παρακάτω άλλοι κι άλλοι κι άλλοι και φώναζαν όλοι μαζί. Μυαλωμένα πράματα έλεγαν. Τα πρόσωπά τους, έτσι ξαναμμένα που ήταν, έλαμπαν. Ψυχωμένοι άνθρωποι, ήταν και γυναίκες και παιδιά, φώναζαν όλοι. Άρχισα να φωνάζω κι εγώ. Μπήκανε στην πλατεία. Μόλις άρχισε ένας να μιλάει ανεβασμένος σ’ ένα τραπέζι, να οι χωροφυλάκοι. Κάτι είπε ο καπετάνος και βγάλαν κάτι κοντά ξύλα απ’ τις κωλότσεπες και χωρίς πολλά πολλά άρχισαν να τους βαράνε. Αυτός που μίλαγα εγώ έπεσε καταγής, τον πάταγαν. Μου’ δωκε το πανί με το ξύλο που κράταγε.
«Τρέχα», μου λέει, «και μην τ’ αφήσεις».
Έμεινα σαν χαζό, πετάγεται ένας άλλος και, όπως κράταγα το ξύλο, μου’ δωκε μια κλοτσιά στον κώλο. Χωρίς αιτία. Ξεράθηκα. Δε φόραγε χωροφυλακίστικα, αυτός καθόταν δίπλα κι έβριζε.
Του τραβάω κι εγώ μια στο καλάμι, ρέκαξε απ’ τον πόνο. Όχι, θα τον άφηνα!
«Κωλόπαιδο!» μου χουγιάζει ένας χωροφύλακας και μ’ αρχίνησε στα σκαμπίλια.
Εμένα ούτε ο πατέρας μου δε με χτύπησε ποτέ.
«Τρέχα!» μου ξαναφώναξε κείνος που μου’ δωκε το πανί με το ξύλο. «Τρέχα, μη σε πάρουν μέσα».
Δεν κατάλαβα πού θα με πήγαιναν, όμως έβγαλα τα παπούτσια κι άρχισα την π’ λάλα. Ένας με κυνήγαγε από πίσω, πού να με πιάσει. Έφαγα όμως μια στην πλάτη. Μόλις έστριψα σε ένα στενό με το πανί στο χέρι, μου κρένει ένας, μπήκα σε κάτι τοίχους με πολλά πατώματα, με άρπαξε απ’ τον ώμο:
«Από δω, ρε βλαχάκο με τον ντουρβά».
Σχεδόν μ’ έκλεισε στην αγκαλιά του, ήταν μεγαλόκορμος σαν τον πατέρα. Είχε κάτι χερούκλες ροζιασμένες. Είχε φαρδύ μέτωπο και μεγάλα άλουστα μαλλιά. Έμοιαζε με το Χριστό, που είχαμε στο εικόνισμα, όταν ευλογούσε  παιδιά. Μου χαμογέλασε. Τους είπα τα καθέκαστα. Μείναμε εκεί ώσπου έπεσε το σούρουπο. Δεν πήγα στο μαγαζί, έχασα τη δουλειά. Τώρα τι να κάνω; Πού να πάω; Φαμελιά δεν έχω. Τίποτα δεν έχω.
«Θυμάσαι πατέρα;»
«Θυμάσαι πατέρα;»
«Εμείς είμαστε τρανή φαμελιά και ενωμένη, σε μας χωράει κάθε καλός άνθρωπος», μου είπε αυτός που μ’ έπιασε.
Εμένα όμως ο πατέρας με διάταξε να προσέχω τους ανθρώπους. «Να μη δίνεις βάση στον άνθρωπο, αν δεν δοκιμαστεί στο καλό έργο πρώτα».
«Κίτσο», λέει σ’ έναν, «πάρε το κούτσ’ κο σπίτ’, τάισ’ το και πλάιασ’ το, εγώ θα βρω τον μπάρμπα τ’». Γύρισε σε μένα: «Το πρωί στις 7 να’ σαι δω, θα δουλέψουμε μαζί, θα χτίζουμε σπίτια για τους ανθρώπους με το αίμα μας και άμα θέλουν τ’ αφεντικά να μας το πίνουν τζάμπα, θα τους πολεμάμε. Θέλεις;»
«Θέλω».
«Σύντροφοι, κι άλλος συνάδελφος”.
Βασίλης Κολοβός, Θυμάσαι, πατέρα; (αποσπάσματα από το μυθιστόρημα) εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα 1994, 6η έκδοση
— Στις φωτογραφίες, ο μικρός Παντελής Τριβιζάς. Από την ταινία «Ο ψύλλος» (2010), σε σκηνοθεσία Δημήτρη Σπύρου, στην οποία ο Βασίλης Κολοβός πρωταγωνιστεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: